18.6.13

Η Κάντυ Κάντυ και η Οθόνη σου.

Οι κοινωνίες χτίζουν κουτιά και τα ονομάζουν παρελθόν. Είναι μια κίνηση τόσο μανιώδης όσο και η εικόνα μιας απαρηγόρητης μαϊμούς-μαμάς που είχα δει σε ένα ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης: Πηδούσε από κλαδί σε κλαδί κρατώντας αγκαλιαστά το νεκρό μωράκι της αρνούμενη να πιστέψει ότι δεν είναι ζωντανό. Έτσι και μεις κουβαλάμε τις τηλεοπτικές μας αναμνήσεις. Σαν ένα νεκρό μωρό που αρνούμαστε να θάψουμε. Είναι μια κίνηση που συμπυκνώνει κάτι από την τραγική μας σχέση με τον χρόνο. Όσο πιο πολύ εμπεδώνεις το αναπόδραστο του χρόνου, τόσο πιο αλλοπρόσαλες πατέντες αναπτύσσεις για να παραβιάσεις τη λογική του.

Από αυτήν την άποψη, η καταβύθιση στα κινούμενα σχέδια είναι μια άσκηση ονειρικής ενηλικίωσης – μια πολεμική μηχανή του μυαλού – μια μάχη με το φορτίο των νεκρών σημείων του  παρελθόντος. Η δεκαετία που εγκαινίασε αυτό το παιχνίδι για μένα ήταν 1980. Τότε που η τηλεοπτική οθόνη έμενε ανοιχτή ακόμη και δεν είχε τίποτα να δείξει. Το πρωί του Σαββάτου η μαμά έφευγε για λίγο από σπίτι, γνωρίζοντας ότι ένα κάδρο με ασπρόμαυρα χιονάκια μπορούσε να μας καθηλώσει στο σαλόνι. Περιμέναμε να ξεκινήσει η Κάντυ Κάντυ. Σχηματίζαμε πάνω στην ασπρόμαυρη επιφάνεια τα πρόσωπα των ηρώων με τα ξεχειλωμένα μάτια. Και κάπως έτσι το κινούμενο σχέδιο ξεκινούσε επισήμως στην οθόνη του μυαλού. Η αναμονή ήταν μια χαλαρή τελετή μύησης στα μυστικά της ‘αφηρημένης τέχνης’. Σε εξοικείωνε με την ιδέα ότι δεν υπάρχουν άδειες επιφάνειες και κενές οθόνες. Η έκσταση έδινε πρόσωπο σε όλα τα αντικείμενα.

Βέβαια η λάμψη της Κάντυ Κάντυ εμπεριείχε κάτι περισσότερο από την ονειρο-φρένεια της αναμονής. Η made in Japan ορφανή ηρωίδα της μετά Βικτωριανής Αγγλίας συνδύαζε τη πολύπαθη φαντασία του κοριτσιού με τα σπίρτα, τις μεταμορφώσεις της σταχτοπούτας, τη ναζιάρικη τσαχπινιά της Αλίκης Βουγιουκλάκη, την βουκολική αθωότητα της Χάιντυ και το ατίθασο πνεύμα του Τομ Σόγερ. Το κατατρεγμένο κορίτσι με τις τεράστιες μπούκλες, βασίλευε πάνω σε ένα κύμα μελοδραματικού έπους. Η αφήγηση κατέστρεφε διαρκώς ό,τι ωραίο έχτιζε μετατρέποντας ακατάπαυστα τις ειδυλλιακές εμπειρίες σε παγίδες. 

Οι μετακινήσεις από το ορφανοτροφείο σε μια αριστοκρατική έπαυλη και από κει σε μια εσώκλειστη σχολή δημιουργούσαν ένα σύννεφο από χαρούμενες αναμνήσεις που επανέρχονταν σαν θολός φόντος στο τέλος κάθε επεισοδίου. Οι παλιοί φίλοι, τα παλιά στέκια, οι παλιές ευχάριστες συνήθειες παρέβαιναν σαν εικαστικές σφήνες σε καλές ή κακές στιγμές, κάνοντας σαφές σε προσχολικές καρδιές ότι οι χαρούμενες αναμνήσεις μπορεί να είναι εξίσου οδυνηρές με τις θλιβερές. Το σφίξιμο στο στομάχι λοιπόν δεν ήταν μόνο προϊόν των παθών αλλά και των φωτεινών στιγμών. Το χρώμα της μελαγχολίας ήταν δισυπόστατο, γιατί ο αλυσιδωτός χρόνος των επεισοδίων εξοικείωνε την παιδική ματιά με ένα είδος αιμοσταγούς συνείδησης: τη γνώση ότι όλα είναι πεπερασμένα, ότι όλα θα διαλυθούν στο φως, ακόμη και το φως της τηλεόρασης. 




Όταν η Κάντυ έτεινε να βρει την ευτυχία, μια μετακίνηση, ένας εχθρός, η πολλές φορές ο θάνατος ανέβαλλε την εκπλήρωση για το επόμενο επεισόδιο. Αυτή η σπονδυλωτή εμπειρία δεν έμοιαζε με τα παιδικά βιβλία ή άλλες παιδικές σειρές. Όλες οι άλλες αφηγήσεις μετά από συγκεκριμένο αριθμό σελίδων ή τη μεσολάβηση μερικών λεπτών της ώρας ανακούφιζαν τον αναγνώστη/θεατή τους με ένα happy end. Το μαρτύριο της Κάντυ Κάντυ διαιωνίζονταν διηνεκώς σε μια αμέτρητη σειρά επεισοδίων. Ακόμη και με τις αποκαλύψεις του τελικού επεισοδίου, η αλυσιδωτή ανάπτυξη της συμφοράς, δεν επουλώνεται πραγματικά: ούτε οι φίλοι που έχουν πεθάνει, ούτε η χαμένη παιδική ηλικία γυρνούν πίσω.

Οι δυνατότητες ευτυχίας, όταν δεν υπονομεύονταν από τις μετακινήσεις στο χώρο και το χρόνο, απειλούνταν από αυστηρές ή εχθρικές φιγούρες, θετοί ανταγωνιστικοί συγγενείς, αυστηρές μητριαρχικές φιγούρες, καθηγήτριες και εν γένει εκπρόσωποι θεσμών με έντονα ταξικά στοιχεία (θετή αριστοκρατική οικογένεια, σχολείο). Απειλές δηλαδή που, παρά τις διάφορες αυτο-σχεδιαστικές άμυνες, δεν εξαλείφονταν ποτέ ολοκληρωτικά και ακολουθούσαν σαν σκιά την πορεία της πρωταγωνίστριας. Συχνά μάλιστα οι αδικίες δεν αποκαλύπτονται. Έτσι οι πραγματικές διαστάσεις της μοχθηρότητας και της αντιζηλίας γίνονται ορατές μόνο από την ίδια την ηρωίδα και το θεατή. Η ζωή φαινεται σαν μια διαρκής άσκηση διπλωματίας, ένας περίπλοκος αγώνας εντυπώσεων, σε ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ κατά βάθος -- μέχρι που να πεθάνουν και να γίνουν τηλεοπτικές αναμνήσεις.




Μια μέρα η μητέρα μου με ρώτησε τι θα έκανα αν θα πέθαινε. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Είχα δει το θάνατο μόνο στην τηλεόραση, σε μια παράξενη ελληνική ταινία δηλαδή, όπου μια γυναίκα έσφαζε ένα άντρα με το ψαλίδι. Ο θάνατος πρέπει ήταν κάτι ακατανόητο και πιθανότατα οδυνηρό. Έτσι είπα στη μητέρα μου ότι θα έκλαιγα (αν και δεν έκλαιγα συχνά). Λίγες μέρες μετά η Κάντυ και ο μεγάλος έρωτας της παιδικής της ηλικίας, ο Άντονι, τό 'σκασαν από την έπαυλη και πήγαν βόλτα στην αγορά. Έκαναν διάφορα κουλά πράγματα και σε κάποια φάση πήγαν σε μια χαρτορίχτρα να τους πει την μοίρα τους. Το χαρτί που έπεσε στο Άντονι εικόνιζε ένας σκελετό που κρατούσε ένα δρεπάνι.


 


Λίγες μέρες μετά η μαμά μου σκοτώθηκε σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και έτσι δε πρόλαβε να δει το θάνατο του Άντονι που έπεσε από ένα άλογο. Επίσης έχασε όλες τις υπόλοιπες περιπέτειες και μετακινήσεις της Καντυ, καθώς επίσης και τη δική μας μετακόμιση από το βουκολικό τοπίο στα βουνά της Αρκαδίας, όπου μέναμε λόγω της μετάθεσης της στην Αθήνα. Η αδερφή μου και γω, χάσαμε την κηδεία της μαμάς μου, όπως η Κάντυ έχασε την κηδεία του Άντονυ. Πολύ καιρό μετά μας είπανε ότι η μαμά πήγε στο νοσοκομείο και από κει στον ουρανό και ήταν θέμα χρόνου να τη ξαναδούμε. Έτσι δεν έκλαψα καθόλου, θεωρώντας ότι ήταν θέμα χρόνου να τα ξαναπούμε έστω και εναερίως. Εξάλλου στην οικογένεια μου έχουμε μια κάπως προνομιακή σχέση με τον ουρανό: ο μπαμπάς μου ήταν αεροπόρος, και το γεγονός ότι αντί να πέσει με το αεροπλάνο, τράκαρε στη γη και μάλιστα ένα τρένο, έδειχνε περίτρανα ότι ήταν αέρας ιδανική πίστα για όλη την οικογένεια, τη μαμά που πέταξε σε μια άλλη διάσταση, το μπαμπά που πετούσε με το αεροπλάνο και για μας που πετούσαμε με το μυαλό μας μέσα σε ένα κινούμενο σχέδιο.

Όμως όλες αυτές οι αναλογίες με έκαναν να αρχίσω να καταλαβαίνω τη μυστική γεωμετρία του κόσμου. Ο πόνος της Κάντυ ήταν παράλληλα και το μαγικό της χαρτί, οι φίλοι που θα έχανε, το γρήγορο τέλος της παιδικής ηλικίας, οι ταξικές αδικίες, όλα είχαν μια υπέροχη λογική: να μάθεις να βλέπεις τον κόσμο για πάντα σα μια τράπουλα από μαγικά χαρτιά: τη φύση, τα χιονάκια της τηλεόρασης, τις πολυκατοικίες, το θάνατο των αγαπημένων σου προσώπων και τη χαζομάρα των τηλεοπτικών σου αναμνήσεων. Όλα όσα πέρασαν είναι ένα κουτί που το ονομάζουμε παρελθόν και το κρατάμε στα χέρια μας, όπως η μαϊμού το νεκρό μωρό της, πηδώντας ασταμάτητα από κλαδί σε κλαδί, σε μια ζούγκλα από δορυφορικά νοήματα.

Είναι ένα πολύ ωραίο παιχνίδι. Παίζεται και με άλλους τρόπους – με τη μουσική ας πούμε! Κάπου αλλού το εξηγώ αναλυτικά. Ένας άλλος ήρωας του μελό -- ο Μάνος Χατζιδάκις – έκανε απίστευτα κόλπα με το φάντασμα της μαμάς μου. Γενικώς θα μπορούσα να γράψω μια εγκυκλοπαίδεια συνομιλιών με το υπερπέραν. Τα κινούμενα σχέδια όμως έχουν μια ειδική εφαρμογή. Έρχονται και επιλύουν το χρονικό βραχυκύκλωμα που σε χτυπά όταν ας πούμε γίνεσαι μεγαλύτερος σε ηλικία από τη μαμά σου ( -- έφυγε νωρίς στα 32 της). Τότε γίνεται κάπως δύσκολο να συλλάβεις την κίνηση του χρόνου. Η  ονειρική σου ενηλικίωση μπλοκάρεται. Λες 'Γίνεται να πάρω τη μαμά μου από το χέρι – σαν να είναι ένα μικρό κοριτσάκι – για να τη ξεναγήσω στο μέλλον ως ενήλικας;'

Και τότε θυμάσαι το μάθημα της οθόνης. Oι περισσότεροι άνθρωποι πατάνε ένα κουμπάκι στο τηλεκοντρόλ και βλέπουν το παρόν μέσα από τα ματιά της μαμάς τους. Μετά πατάνε ένα άλλο και επιστρέφουν στη αρχική τους όραση. Καμιά φορά πρέπει να κάνεις το αντίστροφο: να δανείσεις την δική σου όραση σου στη μαμά σου, για να δει και κείνη το μέλλον (που χάθηκε). Και τότε όλο το σου το υπαρξιακό στοίχημα με το χρόνο – συνοψίζεται – σε εκείνο το παιδικό παιχνίδι με την άδεια οθόνη:  πρέπει κάθε μέρα να βουτάς μες στο κενό – μέσα σ΄ένα ψυχρό τοπίο από τηλεοπτικά χιονάκια – και να σχηματίζεις ένα νέο πρόσωπο – μια άλλη οθόνη αναμετάδοσης.

               Πρέπει κάθε μέρα να συμφιλιώνεσαι με την αδικία και το χάος από την αρχή.  

                                                   Βρες το σήμα σου και όρμα!

Υ.Γ για να δεις πως παίζεται αυτό το παιχνίδι σημάτων με τη μουσική πήγαινε εδώ



εικονογράφηση: Ιάκωβος Ουρανός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου