14.12.12

Κόκκινα Λεωφορεία


Το 29 κάνει πάνω από μια ώρα να φτάσει από τη Trafalgar Square στο Woodgreen. Έχει όμως πολύ συχνά δρομολόγια και δε χρειάζεται να χτυπήσεις εισιτήριο στην είσοδο. Ο μόνος κίνδυνος είναι οι ελεγκτές (που ευτυχώς εμφανίζονται πολύ σπάνια). Είναι το αγαπημένο λεωφορείο των τζαμπατζήδων. Συνήθως στο πίσω μέρος τα πρεζάκια ξαπλώνουν και κοιμούνται ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες συνωστίζονται μπροστά. Κρατούν τη μύτη τους και ανοίγουν το παράθυρο για να εισπνεύσουν παγωμένο αέρα μες στο καταχείμωνο.
Απόψε το περιμένω μούσκεμα από τη βροχή. Μπαίνω και αντικρίζω ένα όχημα χωρισμένο στα δύο. Στο μπροστινό μέρος ένα τσίρκο: εμπριμέ φορεματάκια πάνω σε ισχνά σώματα φοιτητριών, αναψοκοκκινισμένα χαμόγελα, αμήχανες γριούλες. Φωνές που πασαλείβονται μεταξύ τους: Πολωνοί, Τούρκοι, Κινέζοι και Έλληνες. Όλοι κολλημένοι μπροστά. Ένα ξεκούρδιστο μουσικό κουτί πάνω σε ρόδες.
Και στο πίσω μέρος ησυχία. Τα άδεια καθίσματα έχουν κάτι από την αυθάδεια των κενών κενών σελίδων ενός κακοτυπωμένου βιβλίου. Και όπως πάντα, μια και μόνη σελίδα –απόψε το τσαλακωμένο σώμα ενός τυπάκου – κάθεται σαν κερασάκι πάνω κενό. Δεν πρέπει να είναι πάνω από είκοσι. Η επιδερμίδα του είναι κόκκινη και μουδιασμένη. Σα να ξηλώθηκε με μανία από ένα άλμπουμ ανθογραφίας. Σε κάθε στροφή, τα τζάμια του λεωφορείου γυρνάνε γύρω μας σαν ακορντεόν από γυαλί. Είμαστε όλοι φυτά. Φυτά που ματώνουν. Στο κεφάλι έχει τεράστιο καρούμπαλο γαρνιρισμένο με πηχτές πινελιές αίματος. Πίνω λίγο σοκολατούχο γάλα, κοιτάζω το ρολόι και κάνω πως σκέφτομαι το μέλλον. Σε λιγάκι η μυρωδιά της εξαθλίωσης με τραβάει απαλά από τη μύτη και πιέζει το κεφάλι μου προς το διαλυμένο σώμα. Παραδίδομαι. Και αλλάζω. Αρχίζω να γίνομαι όπως μεσήλικες Αμερικάνες συλλέκτριες έργων τέχνης. Αυτές που έρχονται καμιά φορά στο Fire και τα σπάνε. Χαμογελούν σαν τον Τζόκερ, φορούν μακιγιάζ σε χρώματα ώχρας και ντύνονται όπως τα εξώφυλλα της Vogue. Δεν θα βγάλω ένα ταγέρ από τη τσάντα μου για να το φορέσω επί τόπου (όπως είχα δει να κάνει ένα αγόρι μια φορά στο μετρό), αλλά πιάνω το εαυτό μου να ξεναγεί ένα αόρατο κοινό στο λεωφορείο σαν να είναι γκαλερί:
‘Ladies and gentlemen, welcome to a site-specific re-enactment of the Marvel universe: αυτό το κινητό installation, εικονίζει το τέλος της μάχης. Μια ορδή από σούπερ ήρωες παρακολουθεί τη γέννηση ενός νέου άστρου. Κυοφορείται στο μέτωπο ενός πολεμιστή: η κάκωση στο κεφάλι του είναι η σχισμή εισόδου της νέας ζωής. Οι καγχασμοί είναι οι πόνοι της γέννας. Το σώμα του είναι μια μουσική γεννήτρια: από μέσα του θα βγει ένα μηχανικό χελιδόνι.
Mattison Road station, η στάση μου, καθώς κατευθύνομαι προς την πόρτα, κοιτάζω ξανά το παιδί με την πληγή και εισπνέω ένα ανακάτεμα πρόσκαιρης θαλπωρής και κλειστοφοβικής δυσωδίας: νομίζω ότι κάπως έτσι αναπνέουν τα πληγωμένα ζώα μετά το κυνήγι. Τώρα κατάλαβα γιατί τα λεωφορεία στο Λονδίνο είναι κόκκινα. Θέλουν να μας πουν ότι το αίμα του ενός είναι το φαντασιακό αξιοθέατο του άλλου: η φαντασμαγορία της πληγής σου είναι η πρέζα της φαντασίας μου.
 Έχω πάρει ακατάπαυστες δόσεις από αυτό το ναρκωτικό και αρχίζω σιγά σιγά να καταρρέω και γω. Νομίζω ότι τα λεωφορεία είναι το κόκκινο πύον της πόλης. Πετάγονται σαν κόκκινα άνθη στις διακλαδώσεις των οδών της. Σαν ζαλισμένα αιμοσφαίρια πλημμυρίζουν τις φλέβες και εισχωρούν στο κεφάλι της. Η πόλη αυτοκτονεί γλυκά μέσα στο αίμα της.

12.12.12

Ημέρα Περηφάνιας της Ανεργοφιλίας



1.12.12

παπάκια


   



Τοποθετούσαν χειροτεχνίες από παπάκια περιμετρικά πάνω στο βινύλιο. Η περιστροφή του δίσκου δημιουργούσε ένα τρισδιάστατο animation. Η μετάβαση του ματιού από το ένα παπάκι στο άλλο έχτιζε το μοντάζ μιας χειρονομίας. Το τραγούδι έλεγε ‘τα παπάκια στη σειρά’ και πάνω στο δίσκο χάρτινα παπάκια στη σειρά έπλεκαν μια ενιαία κίνηση σε διαδοχή. Πολλά παπάκια στη σειρά = ένα παπάκι που χορεύει. Ένα κινούμενο σχέδιο που πηδούσε έξω από την οθόνη, περπατούσε σε ένα μαύρο κύκλο και στο τέλος έσκαγε από ευτυχία – (Δηλαδή γίνονταν κομματάκια στα χέρια σου. Από αγάπη). 

                                                       
Έτσι πολλά χρόνια πριν τη συναισθησία του timeline, η μουσική ήταν ένα διαταραγμένο κολλάζ. Έλεγες: το σώμα μας είναι από χαρτί. Είμαστε μια σαΐτα. Ζούμε μέσα σε ένα video-clip. Μια μέρα θα μας θάψουν μέσα στην αγκαλιά του πικάπ. 
Οι στίχοι καθόριζαν μια σειρά από προμελετημένος κινήσεις.  Όπως κάθε ζωηρό μανιφέστο αθωότητας έτσι και αυτοί – ήταν σίγουρο – ήταν προορισμένοι για πορνογραφικές λαθραναγνώσεις. “Να από πού παίρνουν ιδέες αυτοί που ανακατεύουν τους ποπούς τους στην τηλεόραση’’
Να κάνουμε ένα μιουζικαλ με νίτζα’’ έλεγα (Ένα παιδοφιλικό θρίλερ εννοούσα) “Εσύ στο ρόλο του κακού. Να τους δείξουμε: Τα παπάκια δεν είναι χορτοφάγα’’
''Nαιιιιιιι  Να δαγκώσουμε κάποιον ’’ έλεγες. “Θα βουτήξω από το μπαλκόνι πάνω σε ένα περαστικό, σε ένα κούκλο, σε ένα μανάρι. Σαν ιπτάμενο παπάκι. Όπως η Κάντι Κάντι στον 'Αντονι.''
Και έτσι μια μέρα έπεσες. Μπουφ. Έσκασες στο έδαφος σαν πούπουλο από βινύλιο.
Και από τότε κόλλησε η βελόνα. Κάθε φορά που θέλω και γω κάτι.
Πέφτω.
Ο κόσμος γυρίζει σαν δίσκος.
Εγώ γίνομαι εσύ. Σε μια ατελείωτη περιστροφή.
Δεν ξεκολλήσαμε ποτέ από τη ζεστή αγκαλιά του πικάπ.