21.8.13

μη γίνεσαι αυτό που βρίζεις

Nα πούμε και του στραβού το δίκιο. H Σώτη Τριανταφύλλου στο πρόσφατο νεο-αποικιακό της παράληρημα, δεν φαίνεται να επιτίθεται στο δημόσιο θηλασμό -- αλλά στο θηλασμό στο πεζοδρόμιο -- στο δρόμο -- στην επαιτεία -- σε περιβάλλον που απειλεί την σωματική και ψυχική υγεία του βρεφους κλπ. Το θέμα αυτό δεν είναι τόσο απλό και ασπρόμαυρο όσο το παρουσιάζουμε. Παραπέμπει σε ένα μεγάλο ανθρωπολογικό γρίφο του παρόντος -- υπενθυμίζει δηλαδή το ''ηθικά'' αμφιλεγόμενο φορτίο ορισμένων πολιτισμικών κωδίκων. Υπάρχουν κοινοτικές/εθνοτικές πρακτικές που τείνουν να παραβιάζουν αυτό που αποκαλούμε οικουμενικό χάρτη των δικαιωμάτων (μουσουλμάνοι άντρες που παντρεύονται δωδεκάχρονα κορίτσια, κλειτο/τομή). Η επαιτεία των τσιγγάνων είναι ένας τρόπος ζωής -- μια κουλτούρα -- μια αυτοφυής ''ηθική κοινότητα''. Το ερώτημα είναι: Οφείλω να τη σεβαστώ όμως απλώς και μόνο γι αυτό; Οφείλω να θεωρήσω δεδομένη τη θέση του παιδιού στην κοινότητα των τσιγγάνων επειδή είναι μέρος ενός πολιτισμού που υπερβαίνει τη στενότητα του δικού μου ηθικού κώδικα; Κατ' επέκταση, οφείλω να αποδεχτώ τη θέση της γυναίκας ή του ομοφυλόφιλου στη μουσουλμανική κοινότητα -- δηλαδή να ανεχθώ τη μη ανοχή στο όνομα της ανοχής; Δεν έχω απάντηση, ούτε βαθιά ανθρωπολογική γνωση -- όμως νομίζω θα απέφευγα ένα πρόχειρο στρίμωγμα του ερώτηματος μέσα σε ένα διπολικό σχήμα θύτη (δυτικός παρατηρητής) και θύματος (τσιγγάνος, μουσουλμάνος). Αισθάνομαι ότι κόσμος είναι πιο σύνθετος. Με το να παραφράζουμε αυτό που λέει η Σώτη Τριανταφύλλου πέφτουμε στην ίδια λούμπα με εκείνη.. ...

17.8.13

οι beatniks των προαστείων



Το νέο (;) αλλόκοτο γκλάμουρ


Μια νέα παράξενη ψυχολογία πλήττει τη συγκοινωνία της πόλης: οι μπίτνιξ των προαστείων. Μπαίνουν στα λεωφορεία, στα ταξί και στα τρόλεϋ και δεν ξέρουν που πάνε.

Ποιοι είναι; Γιατί το κάνουν;  Μήπως ανήκεις και εσύ σε αυτούς;
                                  Όταν τα έγραφες αυτά δεν είχες δίπλωμα αυτοκινήτου..
                                                                               
Περίπτωση 1

Μεσήλιξ κυρία με ηπίως παρακμιακό μακιγιάζ και early 90s καμπαρντίνα (με τελειώματα γούνας), γυαλιά ηλίου στο καταχείμωνο και βήμα κάπως διστακτικό. Εμφανίζεται στη στάση και μπαίνει στο πρώτο λεωφορείο που έρχεται. Για Ασπρόπυργο. Ούτε που ξέρει που πέφτει ο Ασπρόπυργος. Δεν ξέρει που πάει το λεωφορείο. 'Ομως μέσα στο όχημα ξέρει ακριβώς πως πρέπει να κινηθεί: στηρίζεται κάπου κοντά στο παράθυρο και παίρνει μια ελαφρώς ονειροπόλα πόζα. Οι συνεπιβάτες της αναρωτιούνται που να είναι κρυμμένοι οι κάμεραμεν. ‘Μα μαμά μοιάζει τόσο πολύ με την Μίρκα Παπακωνσταντίνου’. Εκείνη πάντως δεν πρόκειται να τους πει. Είναι αφοσιωμένη στο ρόλο της. Το νέο elegant-decadence lifestyle των μητροπόλεων κρέμεται από αυτήν.
                                                  
                                              
                                             Δεν ήξερες πώς να διασχίζεις στο δρόμο χωρίς να σκουντουφλάς



                  


Περίπτωση 2

Πρώην skateboarder που έχει μεγαλώσει. Έχει αλλάξει γειτονιά και νούμερο παντελόνι. Το skate και τα πατίνια του είναι ξεχασμένα σε κάποιο πατάρι. Φοράει ακόμη το αγαπημένο του Τ-shirt κάτω από το πουκάμισο. Έχει καταφέρει να συνειδητοποιήσει ότι η δεκαετία του ’90 έχει τελειώσει. Αλλά δεν είναι σίγουρος αν είναι 2011 ή 2012. Κάθεται στην πλατεία Παλαιών Δικαστηρίων και παρακολουθεί την κίνηση στην Πανεπιστημίου. Πίνει ένα εξωτικό χυμό, σκέτο (αυτήν την εβδομάδα δεν καπνίζει). Μετά σηκώνεται, βηματίζει ανάλαφρα μέχρι τη στάση του REX και παίρνει το πρώτο τρόλεϋ που θα περάσει. Κάθεται σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο και τραγουδάει από μέσα του το σάουντρακ μιας παλιάς διαφήμισης σοκολατούχου γάλατος. Έχει στην αγκαλιά του ένα άδειο χαρτοφύλακα, αλλά όλοι οι συνεπιβάτες του έχουν υποψιαστεί ότι δεν πάει σε δουλειά. Μερικοί πιο καχύποπτοι περιμένουν να του πέσει από την τσέπη κανένα λεξοτανίλ. Αλλά εκείνος δεν κάνει καμιά λάθος κίνηση. Ξέρει ακριβώς τι δεν πρέπει να κάνει και που δεν πρέπει να πάει. Αλλά δεν ξέρει που πάει. Και του αρέσει. Το νέο κίνημα νεανικής ευφορίας κρέμεται από αυτόν.




                               
                             Όταν τα έγραφες αυτά ήσουν 23 δεν ήξερες να διαβάζεις τα σήματα
                                                  
                                                  




Περίπτωση 3

Νεαρή δεσποινίδα, χωμένη μέσα στο παλτό της, ξεσφίγγει τη μικροσκοπική της γραβάτα. Κατευθύνεται προς το περίπτερο στην Πλατεία Βάθη. Αγοράζει καραμέλες και όλες τις αλβανόφωνες εφημερίδες. Καθώς περπατάει γρήγορα ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε ένα νταγκλαρισμένο πλήθος, ρίχνει μια γρήγορη ματιά στις επικεφαλίδες, τις καταλαβαίνει εύκολα: είναι γραμμένες στη μητρική της γλώσσα. (Οι γονείς της ήρθαν από τα Τίρρανα πριν πολλά χρόνια). Στο βλέμμα της σκάνε μικρά πυροτεχνημάτα. Πιο δυνατά από πριν, όταν ορκιζόταν για το πτυχίο Διοίκησης Επιχειρήσεων. Έτσι είναι το μέλλον; Business, από τη μια χώρα στην άλλη, εύκολα και ανάλαφρα, όπως τα σκουπίδια που ταξιδεύουν με τον αέρα. Πετάει τις εφημερίδες σε ένα κάδο, κάποιος της σφυρίζει, δε του δίνει σημασία, όπως δεν έδωσε σημασία στον αστυνομικό που της έκλεισε το μάτι από το ανοιχτό παράθυρο του περιπολικού. Καθώς το σώμα της αιωρείται πάνω από τη Λιοσίων αναρωτιέται αν οι γονείς της επέλεξαν να έρθουν στην Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο που αυτή επιλέγει τα αθηναϊκά προάστεια όπου θα λιώσει τα παπούτσια της (και τα φτερά της;): Έκλειναν και κείνοι τα μάτια τους και ακουμπούσαν στη τύχη το δάχτυλο σ’ ένα σημείο στο χάρτη; Δε σκοπεύει να τους ρωτήσει. Αλλά παραδέχεται στον εαυτό της ότι είναι ωραία να παίζεις το μέντιουμ γεωγράφο. Παίρνει τον ηλεκτρικό από την Πλατεία Αττικής και αναρωτιέται αν πρέπει να διδάξει αυτό το παιχνίδι στο λιπόσαρκο skinhead που την κοιτάζει παράξενα. Οι επιβάτες του τρένου την εκτοπίζουν στο παράθυρο, κολλάει τη μύτη της στο τζάμι και χαμογελάει. Το πτυχίο τσαλακώνεται στην εσωτερική τσέπη του παλτού της αλλά δε τη νοιάζει. Οι αναδυόμενες Business αστικής περιπλάνησης κρέμονται από αυτή.




Λάδωσες για να πάρεις το δίπλωμα. μπίτνικ my ass. Λαμόγιο είσαι

                                                     
                                        
 Η περίπτωση ένα, δύο και τρία συναντήθηκαν για ένα πίνκνικ παράκρουσης στις όχθες της πόλης. Από το σημείο που βρίσκονται μπορούν να δουν τα πάντα σαν μια τεράστια φαντασίωση διαφυγής. Μέσα της επιπλέουν μελαγχολικοί φελλοί. Κυρίες που δεν τις προσκαλεί κανείς πια στα κοσμικά πάρτι, celebrity που μαράθηκαν πρόωρα, φερέλπιδες wannabe που πετάχτηκαν έξω από τις guest lists. ‘Ολοι τους αρνήθηκαν να ξεπεράσουν την έξη τους για τις μπλόφες τις πόλης, έβαλαν τα καλά τους και πήραν τους δρόμους. Έτσι μπήκαν στις γραμμές μιας παράξενης κινούμενης στρατιάς που εισχωρεί ολοένα πιο βαθειά στις φλέβες του αστικού δικτύου: οι μπήτνιξ των προαστείων ήρθαν..

για να φύγουν!

                                                         

Ανάμεσα τους περπατούν νεανίες που πρωταγωνιστούν στα road movies του μυαλού τους. Πρωτόβγαλτοι φανς του Τζακ Κέρουακ και του Γκι Ντεμπόρ που μόλις ήρθαν από την επαρχία για σπουδές και οι ‘οι μαζικές πορείες’ δε τους αρκούν ή δε τους χωρούν.Gays μπουχτισμένοι από το ναρκισσισμό της νυχτερινής ζωής, αρχίζουν να αγκαλιάζουν αστικά τοπία αντί για εραστές. Πρώην τζάνκια που μετά την αποτοξίνωση, έχουν μείνει χωρίς τους παλιούς τους φίλους, χωρίς φίλους γενικά: ο νέος εθισμός είναι η περιδίνηση στην πόλη.



                   
Οταν σε πυροβολείς με ποίηση ανοίγεις τρύπες στο ναρκισσισμό σου


Νοικοκυρές που δε θέλουν να ξαναμπλεχτούν σε ένα κανιβαλικό καβγά χωρίς αποτέλεσμα, δε θέλουν να πάνε ξανά επίσκεψη στην κουμπάρα τους ούτε να μαζέψουν χόρτα. Κάτι τους τραβάει και αρχίζουν να αναζητούν το ζαχαροπλαστείο των ονείρων τους ή μια μυθική βιοτεχνία εσωρούχων σε μια άκρη του χάρτη που δεν έχει ακουστά ούτε ο μπατζανάκης τους, ούτε το μέντιουμ της τηλεόρασης.
                                               
                                                
Κορεσμένοι surfers του δικτύου με πρησμένα μάτια, καθώς ξεκινούν από το σπίτι τους για ένα blind ραντεβού, παθαίνουν επιφώτιση και την τελευταία στιγμή λένε στον ταξιτζή να τους αφήσει στη μέση του πουθενά.



                                               Μια φορά βγήκες να περπατήσεις στη γειτονιά σου, περπάτησες πολύ, χάθηκες και γύρισες με ότοστοπ στο σπίτι...πάνω σε ένα ντάτσουν                                               

Νεόκοποι μύστες των λιμανιών και των σταθμών (που δεν έχουν στη τσέπη τους κανένα εισιτήριο), αργόσχολοι εισοδηματίες, άνεργοι και άεργοι, νέες γενιές clubbers που βαρέθηκαν πιο γρήγορα από τις προηγούμενες, άνθρωποι που έχουν όρεξη να δοκιμάσουν τα νέα κρουασάν της αγοράς και είναι ικανοί να τσεκάρουν γι αυτό το λόγο όλα τα περίπτερα της πόλης. Διανομείς φυλλαδίων και θύματα άκαρπης αναζήτησης εργασίας από μικρές αγγελίες: όταν τους παίρνει ο ύπνος μες στο λεωφορείο, η αστική απόγνωση γίνεται νανούριμα.


                                                  
Όταν τα έγραφες αυτά ήσουν άνεργος και μπακούρι: η διαδρομή από το σπίτι σου στου Ζωγράφου ήταν σαν επίσκεψη σε ξένη χώρα



Τι λοιπόν όλο αυτό; Άλλη μια μπλόφα μαγειρεμένη με γνώριμα υλικά; Ένας ξαναφορεμένος εξωραϊσμός της επικαιρότητας που έχει γίνει ‘διάφανη από την πολή την χρήση’;

                                               

Μη προβληματίζεσαι πολύ και μη φοβάσαι να βλέπεις την αστική ζωή σα διαστημική περιπέτεια: αν η αστική επικράτεια είναι ένα ηλιακό σύστημα, το κέντρο ένα άστρο και τα περίχωρα οι πλανήτες του, τότε οι μπίτνιξ των προαστείων είναι παρεκκλίνοντες δορυφόροι. Δεν ξέρουμε αν θα γίνουν κομήτες. Η κομψότητα της τροχιάς τους γεννήθηκε μέσα σε ένα μαγνητικό πεδίο που τους φυλακίζει και ενίοτε τους συντρίβει. Η εντροπία μας χαμογελάει περίεργα.


                                                Έστειλες το κείμενο 'Οι Μπιτνιξ των  Προαστείων 'σε δέκα περιοδικά… δε δημοσιεύτηκε πουθενά…. καλωσόρισες την ακινησία μέσα σου… και μετά πέρασες τα σύνορα…

                                                 http://www.youtube.com/watch?v=u9WvVTFTf9w





ηθική αυτουργία

Οι ίδιοι άνθρωποι που βρίζουν τους  ''πιτσιρίκους'' για σπλάτερ ανέκδοτα, τώρα υπερασπίζονται τη Διβάνη για μια ατάκα που ξεπερνάει σε καφρίλα ότιδήποτε έχει πει ποτέ ένα τρολ--

σημειωτέον -- οι πιτσιρίκοι και ένω σωρό άλλες διαταραγμένες πένες του διαδικτύου -- δεν είναι καθηγητες  --μιλάνε ως ψηφιακά καρτούν (με ένα σαθρά κνίτικο ανταρτο-trash αμπαλαζ)
--κιτς,κλειστόμυαλα, συντηρητικά, χυδαία -- αλλά καρτούν! όχι διανοούμενοι.

η Διβάνη μιλάει ως εξπέρ, ως δημόσιος διανοούμενος, ως άρχοντας της σκέψης... έρχεται υποτίθεται να ''θεραπεύσει'' τη μόλυνση των αγροίκων...


Όμωςακριβώς επειδή η ελίτ των πνευμάτων συναπαρτίζεται από τέτοιους παράλυτους ανθρώπους, τα ζωηρά πνεύματα αναγκάζονται να ζουν σαν περιθωριακά τρολ, να διαβιούν σαν ψηφιακοί  τζαμπατζήδες, να εμφανίζονταις ως λαθρεπιβάτες της διαδικτυακής έκφρασης .



Ο κάθε  υπεροπτικός συγγραφέας, ο κάθε βλαχο-μπαρόκ Συριζαίος, ο κάθε χαζο-αστό-αναθρεμμένος βούβαλος,  ο κάθε δαφνοστεφής αγροίκος συμπράττουν ως ηθικοί αυτουργοί στο πολιτισμικό, κοινωνικό και διανοητικό εγκλημα που ζούμε...

16.8.13

Μέσα Μαζικης Μετεμψύχωσης

Μέσα Μαζικης Μετεμψύχωσης

Τα μέσα μαζικής συγκοινωνίας είναι πλατφόρμες ονειρικής επικοινωνίας -- σόσιαλ μύδια στον πάτο της πόλης.
Οι ρόδες λειτουργούν ως κυλινδροειδείς ονειρομηχανές: επιτείνουν τη φραγματικη ροή των συνειρμων.

Οι σκέψεις πέφτουν πάνω στο χαρτί, όπως ακριβώς το εισιτήριο πέφτει από το χέρι σου 
-- όπως ακριβώς το κεφάλι σου πέφτει πάνω στο τζάμι του λεωφορείου.

Το τζάμι απορροφά τις σκέψεις -- όπως ένα timeline -- Το παράθυρο είναι ο τηλεπαθητικός πρόγονος της οθόνης του υπολογιστή...

έχω ένα διαταραγμένο αρχείο σκεπτομορφών από λεωφορεία, τρένα και τρόλει στην Αθήνα, το Λονδίνο και το Μάνσεστερ...

Δεν είμαι πια σίγουρος αν αυτές οι τρείς πόλεις είναι διαφορετικές --

Νομίζω ότι και οι τρεις πόλεις ανήκουν στο ίδιο σώμα..

Καμιά φόρα όταν μπαίνω στο λεωφορείο Β10 και βλέπω πολλά νεαρά παιδιά μαζεμένα -- νιώθω σαν ωρολογιακή βόμβα
Οι φάτσες τους είναι σαν σημάνσεις: καταμετρούν την απόσταση σου από την εποχή τους -- είναι κάτι σαν βυθόμετρα της πτώσης σου στο χρόνο.
Ένα νεανικό πρόσωπο στο λεωφορείο διαγράφει τις σκιές σου σαν ένα ηλιακό ρολόι που μετράει αντίστροφα την εκτίναξη μιας βιολογικής βόμβας.
-- φοβερό σασπένς
Η νεότητα είναι μια οθόνη που σου υπενθυμίζει χαρούμενα ότι πρωταγωνιστείς σε μια ταινία καταστροφής.

#το πρωί να να χαμογελάς στο χρόνο


Θα ήθελα να κάνω το Μενίδι της μόδας -- να μην πηγαίνουν στην πλατειί Καρύτσης οι ζαλισμένοι hipsters -- να παίρνουν όλοι το τρένο από το σταθμό Λαρίσης (κάνει 10 λεπτά) και να έρχονται να πίνουν κοκτέιλς ανάμεσα στα ψησταριές, τα είδη δώρων, τα πρεζάκια, τους νεόπλουτους, τους νεόφτωχους και τους γύφτους -- να κάνουμε το λεωφορείο Β10 το πρώτο κινητό μπαρ της πὀλης, ναι!


το άκουσα χθες στο δείπνο της προπαραμονής:
τα πλήθη των νεαρών που κατεβαίνουν καθημερινά από το τρένο στο σταθμό αχαρνών, κόβουν κάτι σκόνες πάνω στο τηλεφωνικό θάλαμο και μετά τις ρουφάν από τη μύτη.
Κάτοικος πήρε τηλέφωνο να αναφέρει το περιστατικό στο δήμο και ο δήμος την επόμενη μέρα μετακίνησε το τηλεφωνικό θάλαμο!

this is politics in action!


Ξέρω ότι για κάποιο λόγο οι περισσότεροι Αθηναίοι έχουν αυτοκίνητο -- μερικοί από μας όμως δεν έχουν. Για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι η έκχυση σκέψης -- το γλυκό σακάτεμα αυτοσυγκέντρωσης -- η θεατρική όραση των πραγμάτων.

Συμπέρασμα: Τα θέατρα που ξεκινούν εννιά και εννιάμιση και τελειώνουν στις 12 τσακίζουν μερικούς από τους πιο ευαίσθητους δέκτες τους
ΓΙΑΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟΥΣ ΩΘΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΤΑΞΙ !




14.8.13

Κοκκινα Λεωφορεία

Το 29 κάνει πάνω από μια ώρα να φτάσει από τη Trafalgar Square στο Woodgreen. Έχει όμως πολύ συχνά δρομολόγια και δε χρειάζεται να χτυπήσεις εισιτήριο στην είσοδο. Ο μόνος κίνδυνος είναι οι ελεγκτές (που ευτυχώς εμφανίζονται πολύ σπάνια). Είναι το αγαπημένο λεωφορείο των τζαμπατζήδων. Συνήθως στο πίσω μέρος τα πρεζάκια ξαπλώνουν και κοιμούνται ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες συνωστίζονται μπροστά. Κρατούν τη μύτη τους και ανοίγουν το παράθυρο για να εισπνεύσουν παγωμένο αέρα μες στο καταχείμωνο.
Απόψε το περιμένω μούσκεμα από τη βροχή. Μπαίνω και αντικρίζω ένα όχημα χωρισμένο στα δύο. Στο μπροστινό μέρος ένα τσίρκο: εμπριμέ φορεματάκια πάνω σε ισχνά σώματα φοιτητριών, αναψοκοκκινισμένα χαμόγελα, αμήχανες γριούλες. Φωνές που πασαλείβονται μεταξύ τους: Πολωνοί, Τούρκοι, Κινέζοι και Έλληνες. Όλοι κολλημένοι μπροστά. Ένα ξεκούρδιστο μουσικό κουτί πάνω σε ρόδες.
Και στο πίσω μέρος ησυχία. Τα άδεια καθίσματα έχουν κάτι από την αυθάδεια των κενών κενών σελίδων ενός κακοτυπωμένου βιβλίου. Και όπως πάντα, μια και μόνη σελίδα –απόψε το τσαλακωμένο σώμα ενός τυπάκου – κάθεται σαν κερασάκι πάνω κενό. Δεν πρέπει να είναι πάνω από είκοσι. Η επιδερμίδα του είναι κόκκινη και μουδιασμένη. Σα να ξηλώθηκε με μανία από ένα άλμπουμ ανθογραφίας. Σε κάθε στροφή, τα τζάμια του λεωφορείου γυρνάνε γύρω μας σαν ακορντεόν από γυαλί. Είμαστε όλοι φυτά. Φυτά που ματώνουν. Στο κεφάλι έχει τεράστιο καρούμπαλο γαρνιρισμένο με πηχτές πινελιές αίματος. Πίνω λίγο σοκολατούχο γάλα, κοιτάζω το ρολόι και κάνω πως σκέφτομαι το μέλλον. Σε λιγάκι η μυρωδιά της εξαθλίωσης με τραβάει απαλά από τη μύτη και πιέζει το κεφάλι μου προς το διαλυμένο σώμα. Παραδίδομαι. Και αλλάζω. Αρχίζω να γίνομαι όπως μεσήλικες Αμερικάνες συλλέκτριες έργων τέχνης. Αυτές που έρχονται καμιά φορά στο Fire και τα σπάνε. Χαμογελούν σαν τον Τζόκερ, φορούν μακιγιάζ σε χρώματα ώχρας και ντύνονται όπως τα εξώφυλλα της Vogue. Δεν θα βγάλω ένα ταγέρ από τη τσάντα μου για να το φορέσω επί τόπου (όπως είχα δει να κάνει ένα αγόρι μια φορά στο μετρό), αλλά πιάνω το εαυτό μου να ξεναγεί ένα αόρατο κοινό στο λεωφορείο σαν να είναι γκαλερί:
‘Ladies and gentlemen, welcome to a site-specific re-enactment of the Marvel universe: αυτό το κινητό installation, εικονίζει το τέλος της μάχης. Μια ορδή από σούπερ ήρωες παρακολουθεί τη γέννηση ενός νέου άστρου. Κυοφορείται στο μέτωπο ενός πολεμιστή: η κάκωση στο κεφάλι του είναι η σχισμή εισόδου της νέας ζωής. Οι καγχασμοί είναι οι πόνοι της γέννας. Το σώμα του είναι μια μουσική γεννήτρια: από μέσα του θα βγει ένα μηχανικό χελιδόνι.
Mattison Road station, η στάση μου, καθώς κατευθύνομαι προς την πόρτα, κοιτάζω ξανά το παιδί με την πληγή και εισπνέω ένα ανακάτεμα πρόσκαιρης θαλπωρής και κλειστοφοβικής δυσωδίας: νομίζω ότι κάπως έτσι αναπνέουν τα πληγωμένα ζώα μετά το κυνήγι. Τώρα κατάλαβα γιατί τα λεωφορεία στο Λονδίνο είναι κόκκινα. Θέλουν να μας πουν ότι το αίμα του ενός είναι το φαντασιακό αξιοθέατο του άλλου: η φαντασμαγορία της πληγής σου είναι η πρέζα της φαντασίας μου.
 Έχω πάρει ακατάπαυστες δόσεις από αυτό το ναρκωτικό και αρχίζω σιγά σιγά να καταρρέω και γω. Νομίζω ότι τα λεωφορεία είναι το κόκκινο πύον της πόλης. Πετάγονται σαν κόκκινα άνθη στις διακλαδώσεις των οδών της. Σαν ζαλισμένα αιμοσφαίρια πλημμυρίζουν τις φλέβες και εισχωρούν στο κεφάλι της. Η πόλη αυτοκτονεί γλυκά μέσα στο αίμα της.

3.8.13

χωρίς κέντρο

Όταν ερημώνει μια πρωτεύουσα τον Αύγουστο -- αισθάνεσαι ότι εξαλείφεται το κέντρο του κόσμου -- αυτοί που φεύγουν δεν μετακινούνται σε ένα κάποιο άλλο ''μοναδικό'' σημείο -- σε μια άλλη νέα ''πόλη'' -- πηγαίνουν παντού -- απειρες κατευθύνσεις.

Μπορείς να φανταστείς τις διαδρομές του πλήθους να σχηματίζουν ένα πυροτέχνημα πάνω στο χάρτη -- σαν την έκρηξη ενός κομήτη -- ένα ιστολογικό πλέγμα από σημάνσεις

Η άδεια πόλη είναι τώρα το αρχείο ενός κόσμου χωρίς κέντρο -- ένα τεθλασμένο κράτος -- χωρίς πρωτεύουσα -- η μεγάπολη ήταν μόνο η αφετηρία -- το big bang...

Το φαινόμενο βιώνεται ακόμη πιο άγρια όταν αυτοί που φεύγουν δεν πάνε πουθενά -- απλά κρύβονται μέσα στην πόλη.


Καθώς κατεβάζουν τις γκρίλιες στο σπίτι και σχεδιαζουν την απόδραση από την ταράστα του μυαλού τους
-- το πλεγμα των διαδρομών υπερ-πολλαπλασιάζεται στο άπειρο
-- μια διαρκής έκχυση νομαδικότητας...

ζούμε στο διάστημα!