21.1.13

Η δολοπλοκία των Bijoux De Kant: η (H Lifo δημοσίευσε το παρακάτω κείμενο μου για την παράσταση των Bijoux de Cant http://www.lifo.gr/team/ekei/35480 )

 Η Μελαγχολία του Φύλου και το Πένθος του Παρόντος

Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος;  H παράσταση ''Είμαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσομπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία.

Μέσα από ένα συμπίλημα  ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας  φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την  καύλα του  για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού --  εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους.

Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό –  ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες –   μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση  ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη –  το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο  αντρικό βλέμμα.  Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν  το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο –  αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’   επέκταση  του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία.

Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου.   Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζτογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή,  το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του.  Βυθισμένο μέσα σε μια  υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται.

Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την  επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας  που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το  φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους.
 
















Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος; H παράσταση ''Είσαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσοπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία. Μέσα από ένα συμπίλημα ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την καύλα του για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού -- εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους. Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό – ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες – μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη – το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο αντρικό βλέμμα. Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο – αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’ επέκταση του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία. Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου. Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή, το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του. Βυθισμένο μέσα σε μια υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται. Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους. Πηγή: www.lifo.gr
δολοπλοκία των Bijoux De Kant: η Μελαγχολία του Φύλου και το Πένθος του Παρόντος. Μην ακούς τους υστερικούς - η ερωτογραφία είναι το νέο λεξιλόγιο της απόγνωσης / Ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος στην παράσταση των Bijoux De Cant ΣΧΟΛΙΑ (0) 9 φωτο: Π. Μιχαήλ φωτο: Π. Μιχαήλ Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος; H παράσταση ''Είσαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσοπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία. Μέσα από ένα συμπίλημα ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την καύλα του για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού -- εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους. Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό – ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες – μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη – το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο αντρικό βλέμμα. Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο – αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’ επέκταση του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία. Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου. Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή, το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του. Βυθισμένο μέσα σε μια υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται. Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους. Πηγή: www.lifo.gr

14.1.13

ο Γιώργος Χειμωνάς και το κραγιόν της Μαλβίνας Κάραλη

Το θυμάμαι ακόμη – μιαν αναγνωστική παράνοια – έβλεπα τη Μαρία Μήτσορα να διαθλάται σαν φάντασμα πάνω στο λαϊκό-punk ιδίωμα της Μαλβίνας Κάραλη. ''Άραγε'', έλεγα, ''το μαύρο φωσφοριζέ κραγιόν μιας τηλεπερσόνας ήταν βουτηγμένο στο μελάνι μιας Σκόρπιας Ζωής;'' 'Ολα αυτά βέβαια τα θυμάμαι σαν μια γεωμετρική αναλογία – όχι σαν γνώση – αλλά σαν ένα άναρχο μεθύσι αντιθέσεων και πόζας.

Γενικώς καμιά φορά βαριέμαι την ποιητική γλώσσα, το λογοτεχνικό ύφος, τη μυθολογία των 1980ς – κι ας είμαι εθισμένος μέσα στην 'ιερότητα' τους -- για παράδειγμα όταν βλέπω το Γιώργο Χειμωνά να διαβάζει ποίηση στην κρατική τηλεόραση... σκάω στα γέλια – και αμέσως μετά μου ρχεται να ερμηνεύσω το ύφος του κρυπτικά: η πρόβα ενός τραβεστί – λίγο πριν ντυθεί για την οθόνη του δρόμου – ο βερμπαλισμός και η κακομοιριά του στόμφου αποτελούν το μακιγιάζ του αυτο-εξευτελισμού –
και κάπως έτσι παρηγορούμαι και εκστασιάζομαι...

Καμιά φορά σκέφτομαι ότι μέσα στην παράξενη πύκνωση του αθηναϊκού χώρου – μέσα σε εκείνες τις μικρές αποστάσεις από το πεζοδρόμιο στην οθόνη – από το κέντρο στο περιθώριο – από τη βίλα στην πολυκατοικία -- κάτω από τη συστηματική παραγωγή χάους -- διαπράχθηκαν εξωφρενικές συζεύξεις.
Μια μυθολογία σκιών ανακατεύτηκε δια(σ)τροφικά με τις glitter αποχρώσεις του μικροαστικού mainstream.
Και κάπως έτσι αρθρώθηκε ένα μαγικός μικρο-αστισμός....

                                                             

12.1.13

ΝGO on acid: Καταληψίες Εμμονών στο Λονδίνο

Tις προάλλες πήγα για φαγητό με την P. μια Ιταλίδα 27 χρονών που έχει γίνει η πιο κολλητή μου φίλη στο Λονδίνο. Μασουλώντας τα κουνουπίδια από το Planet Organic, μου εξομολογήθηκε ότι έχει πάρει πια τις αποφάσεις και δεν τη νοιάζει τίποτα, ούτε το credit crunch, ούτε η αγγλική κατάθλιψη. Αποφάσισε να αφήσει τη δουλειά της και να γυρίσει το κόσμο με το αγόρι της. Μετά θα γυρίσει για να κάνει ενα διδακτορικό στη φιλοσοφία του χορού. Τη δεχτήκαν στο πανεπιστήμιο του Durham.

Καθώς μιλάει την κοιτάζω λίγο υπνωτισμένος. Δεν είναι η μεσημεριάτικη ραστώνη, δεν είναι που φυσάει ανοιξιάτικο αεράκι. Είναι που βλέπω πως έχει χωνευτεί στα μάτια της η εμπειρία της επιλογής, της θυσίας και του ρίσκου: η πολιτική της ύπαρξης δηλαδή. Η P.ξέρει πολύ καλά πως είναι να ζεις χωρίς φράγκα στο Λονδίνο. Πριν δυο χρόνια έτρεχε από κατάληψη σε κατάληψη, ξημεροβραδιαζόταν σε ταράτσες, έκλεβε φαγητό από το Planet Organic, μάζευε τα λαχανικά που έμεναν από τη λαϊκή αγορά στην Covent Garden, βουτούσε βιβλία από το Waterstones και ποτήρια από τις pub. Μια φορά φόρα κόντεψαν να τη συλλάβουν για παράνομη χρήση βεγγαλικών, μια άλλη κάτι γουρούνια μπράβοι μπήκαν στο σπίτι που είχαν καταλάβει και γλίτωσε το ξύλο παρατρίχα (όπως περίπου γίνεται στην αρχική σκηνή του ‘Ωραίο μου πλυντήριο’)
Μετά έζησε για μήνες σε ένα μικρό κατειλημμένο σπίτι στο Elephant and Castle, χωρίς ζεστό νερό και ηλεκτρικό όπου αρρώσταινε κάθε εβδομάδα με αποτέλεσμα να αρχίσει να εξαϋλώνεται. Τσακωθήκαμε. Την έχασα. Έφυγε. Τα ξαναβρήκαμε. Και μετά εκείνη βρήκε μια διοκητική δουλειά στο Πανεπιστημίο του Λονδίνου, με καλά λεφτά.. που μετά από ενάμισι χρόνο και αφού της ανακοίνωσαν τη μονιμοποίηση της, ...αποφασίζει να αφήσει. Είναι σαν να αφήνεις δουλειά δημόσιου υπαλλήλου: αν το δήλωνε αυτό στη θεία μου θα την έσερνε με χειροπέδες στο ψυχίατρο, τον παπά και τον εξορκιστή (με αυτή τη σειρά). Βγάζω τη θεία μου από το τοπίο και επιστρέφω στην P. και μια φίλη της, η J. που μπήκε ξαφνικά στο Planet Organic και την αγκαλιάζει γεμάτη ενθουσιαμό και τρυφερότητα. Συστηνόμαστε και καθώς προχωράμε προς το πάρκο θυμάμαι που την ξέρω: πριν μερικά χρόνια ζούσε στη μεγάλη κατάληψη της Russel Square. Το θυμάμαι καλά, μια νύχτα που όλα τα παιδιά έιχαν πάρει Acid και θέλαν να περπατήσουμε από το κέντρο μέχρι το Brixton, ήταν η μόνη που (παρά το συντονισμό της με τη γενική ατμόσφαιρα πτήσης) προειδοποιούσε για το αδύνατον του εγχειρήματος. Τελικά δεν κάναμε ούτε τη μισή διαδρομή. Περάσαμε τη Waterloo bridge και αράξαμε στο ποτάμι.

Θυμάμαι ότι τότε είχα μια βαθειά δυσπιστία για όλα αυτά.. σκεφτόμουν ότι όπως η P. (που οι γονείς της είναι εύποροι) έτσι και πολλά από κείνα τα παιδιά παίζαν εκ του ασφαλούς..όπως τόσοι και τόσοι εύποροι χίπις στην Αθήνα.. φελλοί του περιθωριακού lifestyle, ρετρό βρικόλακες της παρακμής, με σπίτι στο Κολωνάκι και το Μαρούσι...και φίλους στον ημερήσιο τύπο, στα σαλόνια και στις καταλήψεις. Βλέποντας όμως τη J. αλλάζω άποψη: η J. όπως και μερικά άλλα παιδιά εκείνης της παρέας, άφησε τη χημική θαλπωρή του Λονδίνου και πήγε να δουλέψει σε ένα relief organization στην Παλαιστίνη. Έχει ήδη φάει μια σφαίρα στο πόδι εν ώρα υπηρεσίας και τώρα δουλεύει στα ασθενοφόρα γιατί πολλοί από τους paramedics σκοτώθηκαν. Μας λέει ότι στην Παλαιστίνη είχαν φοβερές απώλειες σε ιατρικό προσωπικό και οι Ισραηλινοί εξακολουθούν να παρακωλύουν την εισροή ιατρικής βοήθειας. Λέει ότι προτιμά να δουλεύει στο ασθενοφόρο παρά να γράφει δελτία τύπου.
Η ηρεμία και η γλυκύτητα στους τρόπους της με ηρεμούν. Μας συστήνει σε δυο φίλους της που είναι ντυμένοι πολύχρωμα: τρικολόρε λεπτόλιγνες υπάρξεις που από μακριά μοιάζουν σα διαφημιστικές λεζάντες μανάβικου, σαν σάπιοι απόγονοι της Φρουτοπίας. Καθώς απομακρυνόμαστε από την παρέα, οι ζαλισμένες μέρες των καταλήψεων υποχωρούν και επιστρέφουν πάλι μέσα από τα σχόλια της P. Μου λέει ‘Αγαπάω τη J. είναι ένας αληθινός άνθρωπος ..όχι όμως και οι φίλοι της..τους είδες.. σε ρωτάν τι κάνεις .. χωρίς πραγματικά να εννοούν την ερώτηση τους.. δεν είναι ουσιαστικά φιλικοί, είναι ψεύτικα όντα των.. αγγλικών καταλήψεων’.. Θέλω να της πω ότι και των ελληνικών έτσι είναι..δεν είναι εθνικό το θέμα..
Καθώς πέφτει ο απογευματινός ήλιος πάνω μου σκέφτομαι μια παλιά συνέντευξη του Αλέξανδρου Μπίστικα στο 01..την είχα διαβάσει στα 15 μου.. έλεγε ότι νοσταλγούσε τις μέρες των καταλήψεων στην Αγγλία, όταν έκανε μπάνιο σε σπίτια με παραβιασμένες κλειδαριές .. ‘Οταν τα έλεγε αυτά νοσηλεύονταν από aids στον Ευαγγελισμό. Ξαφνικά φοβάμαι ότι η J. θα πεθάνει όπως πέθανε ο Μπίστικας...και ότι ο θάνατος είναι εξίσου τραγικός αν είσαι φτωχός ή πλούσιος, αν πας από σφαίρα ή από από μια συνουσία. ‘Ομως σκέφτομαι επίσης ότι o Μπίστικας είχε προνομιακή ανατροφή και αρκετή προβολή από τα media.., ενώ πολλοί άλλοι ταλαντούχοι άνθρωποι πέθαναν στην αφάνεια... αν η J. πεθάνει δεν θα έχει πολλές πιθανότητες να γίνει γνωστή... Περισσότερες πιθανότητες δόξας θα έχει ισως κάποιο αντιπαθητικό μέλος της παρέας της, κάποιο καλοθρεμμένο παιδί, απόφοιτο της Rada, που θα υποδύονταν τη J. σε μια ταινία που θα τιμούσε τη μνήμη της...
Σκέφτομαι ότι η πολιτική εισχωρεί έτσι απρόβλεπτα στην ονειροπόληση της νεότητας.. Κάποια στιγμή ξυπνάς και δεν βλέπεις ήρωες και περιπέτειες, μόνο πλούσιους και φτωχούς, ψωνάρες και fashion victims, προνομιούχους και μη προνομιούχους…οι πρωταγωνιστές της bohemia είναι παρα-προϊόντα της άρχουσας τάξης: ευϋπόληπτα παράσιτα. ‘Οταν ξανα-παραδοθείς στον ύπνο όμως, ξαναβρίσκεσαι στην κατάληψη της Russel Square, o Μπίστικας είναι παιδί της ηλικίας σου, παίρνετε acid μαζί και σώζετε τον κόσμο..και δεν σε πειράζει καθόλου που στα 30 σου, όταν μετά βίας ξέρεις να δένεις τα κορδόνια σου, βλέπεις τα άλλα παιδιά της γης κάνουν το γύρο του κόσμου...