30.4.14

Σκατά Στο Τάφο του Καβάφη





μου έδωσε ένα χαστούκι και μου είπε τι είναι αυτά; Οι ατάκες σου πρέπει να είναι ζουμερές. Να κάνεουν κούνια μπέλα ανάμεσα στην οθόνη και το πεζοδρόμιο. Να τινάζεις την γλώσσα σαν ένα σεντόνι από στερεογράμματα. Η καθημερινή σου επικοινωνία είναι μια εμπριμέ ταπετσαρία από γλωσσοδέτες -- ένα οπτικό τρικ. Να φυτεύεις τρισδιάστατα σχήματα μέσα στις λέξεις.  Να μπαίνεις μέσα στη φωνη του άλλων με  3D γυαλια. Πίσω από κάθε γράμμα μια τρισδιάστατη πίστα. Να επιδρούν στο μυαλό σου, όπως ο ήλιος και οι χημικές ουσίες. Διαδοχικές συγκινισιακές ενέδρες θα κλωτσούν το ''άλλο'' στην καρδιά του ''ίδιου''. Είναι αυτό που λέμε οικονομία της έκστασης – ένα εκχύλισμα σεροτονίνης. 

Όπως και χρηματική οικονομία έτσι και η ποιητικη βασίζεται στη μάχη της''αξίας'' ενός χαρτιού. Οι ποιητικές σκέψεις κυματίζουν όπως ένα χαρτονομίσμα σε μπουγάδα: ένα κολάζ από αριθμούς και μνημεία ρυθμίζει το τέμπο του οργασμού. 

 Ο ''πλούτος'' εδώ είναι ένα διαταραγμένο παζάρι γύρως από το νόημα της φθήνιας. Πάρε για παράδειγμα το παρακάτω ''καβαφικό ποίημα'' και δες πόσο εύκολα χορεύει τη μουσική της φθήνιας, της ''ηθικής'' και του κοινότοπου.

Κωνσταντίνος Καβάφης
Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
[1913]

Λέει μην ''εξευτελίζεσαι'' και μπορείς να φανταστείς τους φιλόλογους, τις ακαδημίες αθηνών, τους διαφωτιστές κομμάτων να το διαβάζουν ως μανιφέστο ''ευπρέπειας''. Όμως είναι ένα στερεογραμματικός κώδικας -- γράφτηκε για να διαβαστεί κάτω από το εκτυφλωτικό φως της παρεκτροπης – σαν ένας χορός της κοιλιάς. Ευτελισμός εδώ είναι η ''συνάφεια του κόσμου'', η ''έκθεση στις σχέσεις και τις συναναστροφές''. Οι πολλοί προϋποθέτουν την ''ηθική'' ως πόζα. Επομένως εξευτελισμός είναι να παραχωρείς στους άλλους τη γλώσσα της αυτο-έκθεσης. Ξεφτίλα είναι η υπαγόρευση του εικαστικού περιεχομένου της ξεφτίλας, δηλαδή η υποταγή στον ετεροκαθορισμό της ευπρέπειας. Ρεζιλίκι είναι η υποταγή στην ηθική των πολλών και στις επιβεβλημένες συμβάσεις του κύρους -- δηλαδή στην παγίωση της ''εικόνας'' της αξίας που επιφέρει η συναναστροφή με τους πολλούς.

Και κοίτα τι έγινε τελικά!
Ένα ποίημα που γράφτηκε για να σαμποτάρει την ίδια την έννοια της ευπρέπειας -- μετουσιώθηκε σε μετωνυμία της ευπρέπειας. Αναδείχθηκε σε είδωλο της ηθικής του γράφειν: οικονομία στην έκφραση, συμπύκνωση, κόψιμο της φανφάρας, αριστοκρατική ειρωνεία. Ο αντίπαλος το πήρε υπό την προστασία του -- και το έκαψε μέσα στην ασφυξία του μονοσήμαντου κανόνα, επιβάλλοντας μια ξηρότητα στους τρόπους που απολαμβάνουμε και ''αξιολογούμε'' την ποιητική απόλαυση. Για να διασωθεί στερεογραμματικά το ποίημα πρέπει να (επανα) τοποθετηθεί κάτω από το ήλιο της παρεκτροπής! Να το ξανα-τσουλήσει μέσα στην έρημο του πραγματικού – να ξαναβρεί μια αξιοπρέπεια μέσα στην παραίσθηση – να συγχωτισθεί με τεθλασμένα νοήματα, αγριωπές τσιφτετελούδες, σαουδάραβες ηδονο-παραγωγούς.

Το μυστικό σου χρέος απέναντι στον Καβάφη και τον κάθε Καβάφη είναι να ζεις τη ζωή του σαν ένα ατελείωτο ξεφάντωμα συνειρμικών παιχνιδιών – ένα ατελείωτο πράιντ. Το πάρτι δεν σταματάει όταν σταματάει η μουσική, όταν φεύγουν οι φίλοι και όταν αδειάζει ο τραπεζικός λογαριασμός. Η ''γιορτή της περηφάνειας'' συνεχίζεται όταν γυρνάς σπίτι άδειος και απένταρος -- αλλά όχι άκαρπος. Όταν επιμένεις να μετουσιώσεις τον απολογισμό της μέθης -- και του άσκοπου ξοδέματος --  σε ένα νεο, κρυπτογραφικό ημερολόγιο απολαύσεων.





ταν ένα πάρτυ αεροβικής με τη jane fondα και ένα party animal-- confidence trickster -- που είχε γίνει ευρύτερα γνωστός με την επωνυμία ''Κάφκα''.
Στην ουσία ήταν ένας διαγωνισμός ποιητικής και ξεσαλώματος με θέμα '' Σπουδή Πάνω στο Λιώσιμο της Γραφειοκρατ
ίας''.

Ονομάσαμε ''πρωταθλητή'' και ηγεμονικό είδωλο της Γραφειοκρατίας το θέμα ''Καβάφης'' και αρχίσαμε τις αθλοπαιδιές.
Ο Καβάφης -- προτού γίνει ηγεμονική μαρκίζα της Γραφειοκροτίας --
ήταν μελος της Συμμοριας των Τρολ της Εσχατιάς. Ερχόταν στα πάρτι μας -- κατάπινε
cleaning agents -- και έγραφε λυρικά δοκίμια -- αντικαθιστώντας τις λέξεις -- με αεροβικές χειρονομίες -- προσαρμοσμένες στο ρυθμό, τη φωνητικ και την αμφιθυμία της hard house τέκνο.


Η μεταμορφώση του σε Πριμαντόντα της Γραφειοκρατίας σήμανε τη μεταμόρφωση του διαγωνισμού μας σε πάρτι αποχαιρετισμού-- τώρα πια το ξέραμε -- η ποίηση είναι ένας διαγωνισμος κυρους σε άλλο τεμπο.

‘’Καλά λοιπόν’’ είπαμε . ‘’Ας δυναμώσουμε το τέμπο!’’






Κάθε διαγωνισμός ξεσαλώματος – κάθε πάρτι-- γεννάει εκλάμψεις που μοιάζουν με αδικημένα παιδιά: αποστερούνται το δικαίωμα της στοργικής ανατροφής. Δεν αποκτούν ποτέ ληξιαρχική αναγνώριση. Παρά την τρυφερή τους καταγωγή -- και κυριώς την αγάπη -- των γονέων τους δεν καλλιεργούνται ποτέ.

Χάνονται με την ίδια άγρια και λυσσώδη ταχύτητα που γεννιούνται

Όμως όπως ακριβώς και οι ιχνογραφίες των ψηφιακών αυτοσχεδιασμών -- η προσωρινότητα τους συνιστά την ιδιοφυϊα τους και το μεγαλειο τους. Η ταχύτητα τους αντικαθιστά το κ
ρος με ύφος -- ξηλώνει τα κριτήρια αξιολόγησης -- χαμογελα σε ένα άλλο είδος υπαρξισμού.

Πρόκειται για παιδιά αφιερωμένα στην ιδέα της εγκυμοσύνης -- ως μιας κατάστασης αιωνίας -- αυτο-εκπληρούμενης --
an end in itself.
Στο τελευταίο μας πάρτι -- τα πρωτα λογάκια του πρώτου παιδιού μας ήταν ''μη θυσιάσεις ποτέ την ποιητικότητα σου για χάρη της ποίησης, ας τους να καούν''

Και αφού τα είπε αυτά, έγειρε το κεφαλάκι του και κάηκε!


 Βασικά μας είχε πει να τον φωνάζουμε Σίλβια από τότε που έμενε στην Αλεξάνδρεια -- αλλά τις ποιητικές του συλλογές τις υπέγραφε με άλλο όνομα -- ''Καβάφης''

Μετά βέβαια που πήγε στην Αμερική έκανε αλλαγή φύλου, και έφτιαξε ένα επώνυμο-τρολιά
''ποίηση -- ποιώ -- πλάθω -- Πλαθ.
''Αυτό είναι!''
''Θα με φωνάζετε Σίλβια Πλαθ''

''Πλάθω μια Πλαθ'' – ήταν ένας γλωσσικός παρενδυτισμός πάνω στο σώμα --
ένα
Drag show με θέμα: ''οι Ποιητές των Γραμματοσήμων''.

Βεβαίως μερικά από χρόνια το βαρέθηκε και αυτό -- Ο
verdose-- είπε ''Μπάφιασα με τους Ηρωισμούς της Μπαναλιτέ''

Το κουστούμι της ποιήτριας-νοικοκυράς το αυτοκτόνησε πανηγυρικά.

[Το είχε σκεφτεί από τα σίριαλ της Λούσι Μπολ – ήθελε πάντα να πάντα γυρίσει μια σειρά–
''1000 και Ένας Τρόποι Να Τα Κακαρώσεις Μέσα στην Κουζίνα''.
Σε κάθε επεισόδιο η Λούσι θα πέθαινε με νέο τρόπο. Αυτό με το φούρνο ήταν το επεισόδιο 27 νομίζω, σε ένα άλλο πέθαινε μέσα στο ψυγείο ]

Μετά το θάνατο της Πλαθ είπε ‘’Λούσι, Λούσι να με φωνάζετε τώρα’’  και το έριξε περιχαρής στον υπαρξισμό, τη χημεία και τις πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές.... 



19.4.14

είναι το trolling τέχνη;

αυτοί που λένε ότι το τρόλιν δεν είναι τέχνη -- θέλουν να μας πείσουν ότι
οι πούτσες στο έργο του Αριστοφάνη
η παράδοση του τσίρκου,
ο τσάρλιν τσάπλιν ντυμένος σαν χίτλερ,
το ντανταϊστικό μουστάκι της Τζοκόντα
η  σιτουασιονιστική πόζα καουμπόυ σε υπαρξιστή φιλόσοφο
ο βέγγος ως τζέιμς μποντ
και οι κονσέρβες του αντι γουόρχολ
--και γενικώς --

το γέλιο, η φάρσα και η διαρκή αμφιταλάντευση από το σοβαρό στο αστείο και τούμπαλιν

 -- δεν ανήκουν στο ιερατείο της αισθητικής

αμ τι μας λες --

έτσι σου μάθαν στο χωριό σου -- συγνώμμη -- στη γκαλερί σου;

Αν στο ξαναπεί αυτο κανενα σπασικλάκι -- να πας να τους πεις

τρόλιν είναι η έξοδος της ειρωνίας από τις χαροκαμένες γκαλερί -- η απελεύθερωση της από αγέλαστα στόματα  -- από χείλη βυθισμένα σε τοξικό και ταξικό λίπος --

τρόλιν είναι η επιστροφή της βλασφημίας στης ψηφιακές πλατείες και πεζοδρόμια

τρόλιν είναι να ανατινάζεις ψηφιακά δηλαδή συναισθητικά την ιεραρχία του ωραιου, του ισχυρού και του υψηλού


με άλλα λόγια τρόλιν είναι μια από τις πιο υπερμοντέρνες τέχνες του παρόντος! 


8.4.14

NGO on acid

Tις προάλλες πήγα για φαγητό με την P. μια Ιταλίδα 27 χρονών που έχει γίνει η πιο κολλητή μου φίλη στο Λονδίνο. Μασουλώντας τα κουνουπίδια από το Planet Organic, μου εξομολογήθηκε ότι έχει πάρει πια τις αποφάσεις και δεν τη νοιάζει τίποτα, ούτε το credit crunch, ούτε η αγγλική κατάθλιψη. Αποφάσισε να αφήσει τη δουλειά της και να γυρίσει το κόσμο με το αγόρι της. Μετά θα γυρίσει για να κάνει ενα διδακτορικό στη φιλοσοφία του χορού. Τη δεχτήκαν στο πανεπιστήμιο του Durham

Καθώς μιλάει την κοιτάζω λίγο υπνωτισμένος. Δεν είναι η μεσημεριάτικη ραστώνη, δεν είναι που φυσάει ανοιξιάτικο αεράκι. Είναι που βλέπω πως έχει χωνευτεί στα μάτια της η εμπειρία της επιλογής, της θυσίας και του ρίσκου: η πολιτική της ύπαρξης δηλαδή. Η P.ξέρει πολύ καλά πως είναι να ζεις χωρίς φράγκα στο Λονδίνο. Πριν δυο χρόνια έτρεχε από κατάληψη σε κατάληψη, ξημεροβραδιαζόταν σε ταράτσες, έκλεβε φαγητό από το Planet Organic, μάζευε τα λαχανικά που έμεναν από τη λαϊκή αγορά στην Covent Garden, βουτούσε βιβλία από το Waterstones και ποτήρια από τις pub. Μια φορά φόρα κόντεψαν να τη συλλάβουν για παράνομη χρήση βεγγαλικών, μια άλλη κάτι γουρούνια μπράβοι μπήκαν στο σπίτι που είχαν καταλάβει και γλίτωσε το ξύλο παρατρίχα (όπως περίπου γίνεται στην αρχική σκηνή του ‘Ωραίο μου πλυντήριο’)
 
Μετά έζησε για μήνες σε ένα μικρό κατειλημμένο σπίτι στο Elephant and Castle, χωρίς ζεστό νερό και ηλεκτρικό όπου αρρώσταινε κάθε εβδομάδα με αποτέλεσμα να αρχίσει να εξαϋλώνεται. Τσακωθήκαμε. Την έχασα. Έφυγε. Τα ξαναβρήκαμε. Και μετά εκείνη βρήκε μια διοκητική δουλειά στο Πανεπιστημίο του Λονδίνου, με καλά λεφτά.. που μετά από ενάμισι χρόνο και αφού της ανακοίνωσαν τη μονιμοποίηση της, ...αποφασίζει να αφήσει. Είναι σαν να αφήνεις δουλειά δημόσιου υπαλλήλου: αν το δήλωνε αυτό στη θεία μου θα την έσερνε με χειροπέδες στο ψυχίατρο, τον παπά και τον εξορκιστή (με αυτή τη σειρά). Βγάζω τη θεία μου από το τοπίο και επιστρέφω στην P. και μια φίλη της, η J. που μπήκε ξαφνικά στο Planet Organic και την αγκαλιάζει γεμάτη ενθουσιαμό και τρυφερότητα. Συστηνόμαστε και καθώς προχωράμε προς το πάρκο θυμάμαι που την ξέρω: πριν μερικά χρόνια ζούσε στη μεγάλη κατάληψη της Russel Square. Το θυμάμαι καλά, μια νύχτα που όλα τα παιδιά έιχαν πάρει Acid και θέλαν να περπατήσουμε από το κέντρο μέχρι το Brixton, ήταν η μόνη που (παρά το συντονισμό της με τη γενική ατμόσφαιρα πτήσης) προειδοποιούσε για το αδύνατον του εγχειρήματος. Τελικά δεν κάναμε ούτε τη μισή διαδρομή. Περάσαμε τη Waterloo bridge και αράξαμε στο ποτάμι.

Θυμάμαι ότι τότε είχα μια βαθειά δυσπιστία για όλα αυτά.. σκεφτόμουν ότι όπως η P. (που οι γονείς της είναι εύποροι) έτσι και πολλά από κείνα τα παιδιά παίζαν εκ του ασφαλούς..όπως τόσοι και τόσοι εύποροι χίπις στην Αθήνα.. φελλοί του περιθωριακού lifestyle, ρετρό βρικόλακες της παρακμής, με σπίτι στο Κολωνάκι και το Μαρούσι...και φίλους στον ημερήσιο τύπο, στα σαλόνια και στις καταλήψεις. Βλέποντας όμως τη J. αλλάζω άποψη: η J. όπως και μερικά άλλα παιδιά εκείνης της παρέας, άφησε τη χημική θαλπωρή του Λονδίνου και πήγε να δουλέψει σε ένα relief organization στην Παλαιστίνη. Έχει ήδη φάει μια σφαίρα στο πόδι εν ώρα υπηρεσίας και τώρα δουλεύει στα ασθενοφόρα γιατί πολλοί από τους paramedics σκοτώθηκαν. Μας λέει ότι στην Παλαιστίνη είχαν φοβερές απώλειες σε ιατρικό προσωπικό και οι Ισραηλινοί εξακολουθούν να παρακωλύουν την εισροή ιατρικής βοήθειας. Λέει ότι προτιμά να δουλεύει στο ασθενοφόρο παρά να γράφει δελτία τύπου.
Η ηρεμία και η γλυκύτητα στους τρόπους της με ηρεμούν. Μας συστήνει σε δυο φίλους της που είναι ντυμένοι πολύχρωμα: τρικολόρε λεπτόλιγνες υπάρξεις που από μακριά μοιάζουν σα διαφημιστικές λεζάντες μανάβικου, σαν σάπιοι απόγονοι της Φρουτοπίας. Καθώς απομακρυνόμαστε από την παρέα, οι ζαλισμένες μέρες των καταλήψεων υποχωρούν και επιστρέφουν πάλι μέσα από τα σχόλια της P. Μου λέει ‘Αγαπάω τη J. είναι ένας αληθινός άνθρωπος ..όχι όμως και οι φίλοι της..τους είδες.. σε ρωτάν τι κάνεις .. χωρίς πραγματικά να εννοούν την ερώτηση τους.. δεν είναι ουσιαστικά φιλικοί, είναι ψεύτικα όντα των.. αγγλικών καταλήψεων’.. Θέλω να της πω ότι και των ελληνικών έτσι είναι..δεν είναι εθνικό το θέμα.. 
Καθώς πέφτει ο απογευματινός ήλιος πάνω μου σκέφτομαι μια παλιά συνέντευξη του Αλέξανδρου Μπίστικα στο 01..την είχα διαβάσει στα 15 μου.. έλεγε ότι νοσταλγούσε τις μέρες των καταλήψεων στην Αγγλία, όταν έκανε μπάνιο σε σπίτια με παραβιασμένες κλειδαριές .. ‘Οταν τα έλεγε αυτά νοσηλεύονταν από aids στον Ευαγγελισμό. Ξαφνικά φοβάμαι ότι η J. θα πεθάνει όπως πέθανε ο Μπίστικας...και ότι ο θάνατος είναι εξίσου τραγικός αν είσαι φτωχός ή πλούσιος, αν πας από σφαίρα ή από από μια συνουσία. ‘Ομως σκέφτομαι επίσης ότι o Μπίστικας είχε προνομιακή ανατροφή και αρκετή προβολή από τα media.., ενώ πολλοί άλλοι ταλαντούχοι άνθρωποι πέθαναν στην αφάνεια... αν η J. πεθάνει δεν θα έχει πολλές πιθανότητες να γίνει γνωστή... Περισσότερες πιθανότητες δόξας θα έχει ισως κάποιο αντιπαθητικό μέλος της παρέας της, κάποιο καλοθρεμμένο παιδί, απόφοιτο της Rada, που θα υποδύονταν τη J. σε μια ταινία που θα τιμούσε τη μνήμη της...
Σκέφτομαι ότι η πολιτική εισχωρεί έτσι απρόβλεπτα στην ονειροπόληση της νεότητας.. Κάποια στιγμή ξυπνάς και δεν βλέπεις ήρωες και περιπέτειες, μόνο πλούσιους και φτωχούς, ψωνάρες και fashion victims, προνομιούχους και μη προνομιούχους…οι πρωταγωνιστές της bohemia είναι παρα-προϊόντα της άρχουσας τάξης: ευϋπόληπτα παράσιτα. ‘Οταν ξανα-παραδοθείς στον ύπνο όμως, ξαναβρίσκεσαι στην κατάληψη της Russel Square, o Μπίστικας είναι παιδί της ηλικίας σου, παίρνετε acid μαζί και σώζετε τον κόσμο..και δεν σε πειράζει καθόλου που στα 30 σου, όταν μετά βίας ξέρεις να δένεις τα κορδόνια σου, βλέπεις τα άλλα παιδιά της γης κάνουν το γύρο του κόσμου...

No Tears for the Death of Celebrities


The death-glam celebrity culture, the films about Thatcher or the Queen, even the scandals and the psychoanalytic gossip about the stars-- all these ''genres of injured self hood'' offer brilliant opportunities to sympathize with the privileged and the rich

''look they are humans too -- they suffer and they die -- and they get humiliated -- how unfair -- what a tragedy''

I think this type of soap-opera is outdated.

We are now watching live our own decay
-- our life is under constant threat --

I honestly have no tears left for those who oppress me.

 No matter how we ''dramatize'' our life we are rarely treated like ''living'' human beings. 

We are dead and we do not know it .

Now this is an up-to-date theme for a modern soap-opera.

4.4.14

ξόδεμα

μου αρέσει η στατικότητα των φωτογραφικών προφίλ του ίτερνετ! -- ποζάρεις ημί-γυμνος -- καψαλισμένος και μονήρης.
Διαφημίζεις μια σοφτ-πορνό διαθεσιμότητα -- ένα ρομαντισμό που πάει ασορτί με τα καφέ πλακάκια του μπάνιου -- αποτυπώνεις μια στιγμιαία (και μονερή) εκδοχή της περσόνας σου (ή της ιστορίας σου)

και μετά την τοποθετείς αντιστικτικά προς όλο το σούπερ μάρκετ γνώσης, τριβής και αλλαγής που σε περιβάλλει --  κηδείες-celebrities, πολιτικές αναγνώσεις της επικαιρότητας και φωτογραφίες μωρών .

όταν μου λένε γράψε ένα βιβλίο -- θέλω να τους πω έχω ήδη γράψει -- ένα βιβλικό αλγόριθμο -- ένα είδος γραφής που ξαναγράφει τον εαυτό της ακατάπαυσα: πολλαπλασιάζεται μέσα στο χρόνο σαν ένα ζωντανό μοντάζ.

ό,τι βιβλίο και να γράψω -- σε κλασική μορφή -- θα είναι πολύ λιγότερο από αυτό (και οπωσδήποτε πιο παρωχημένο αισθητικά).

ο πιο σημαντικός λόγος για να γράψεις ένα ''βίβλιο'' είναι για να μπορέσεις να βρεις τα φράγκα -- που θα σου επιτρέψουν να ξοδεύεις δωρεάν τη γραφή (και το σώμα σου) στα δικτυα, τα διαδίκτυα και τα καταγώγια των πόλεων.

2.4.14

Kάτω από τους βρυχηθμούς του κάθε νεο-ναζί αποζητά (με νάζι) το σταριλίκι




Να τι μας διδάσκει το βίντεο- σκάνδαλο με το Μπαλτάκο:  πολιτική είναι ένα ταλέντο αυτο-δραματοποίησης, ρίσκου και πόζας.

Ο Κασιδιάρης είναι ένα κτήνος με βαθύ τηλεοπτικό ένισχτο -- το ζωώδες στοιχείο εδώ μετουσιώνεται σε μια πύρκαυλη τέχνη αυτο-παρουσίασης -- ένα σκυλί που ζει τις νευρώσεις τους με πάθος -- σαν τη Μαρί Κλερ.

Επίσης παίρνει ρίσκα –και τα καίει όλα.

 Αυτό που έστησε στο Μπαλτάκο -- αναπαριστά αυτό που θέλει να κάνει κάθε ματαιωμένος/απλήρωτος εργαζόμενος στο λυκόφιλο πολιτικό του είδωλο -- στο αφεντικό του  ή σε οποιόδηποτε πρόσωπο  εκπροσωπεί ανεκπλήρωτες υποσχέσεις, ματαιωμένες ελπίδες και αδικαίωτες υποθέσεις.

Ταυτόχρονα δραματοποιεί όλα τα αφηγηματικά
genres της κρίσης (τη συνωμοσία, την εξαπάτηση και ''τα αόρατα γρανάζια'')

Η ''κρυφή'' κάμερα, η αποκάλυψη και το σκάνδαλο σκηνοθετούν υπέροχα τους αστικούς μύθους της κρίσης--
είναι ο θρίαμβος της Χρυσαυγίτικης Ποπ

Το βίντεο μιμείται και αναπληρώνει τους τρόπους του κινηματογράφου και των αμερικανικών σίριαλ -- το σασπένς, το μυστήριο, την λύτρωση --την εκδίκηση του ''αγέρωχου'' (αλλά αδικημένου) ήρωα -- που παίρνει το νόμο στα χέρια του και τα βάζει με τους δυνατούς

Να μια
cool κάθαρση.

Ο Χρυσαυγιτισμός πολιτικοποιεί και εκμοντερνίζει την ποπ κουλτούρα του παρόντος (την ίδια ωρά που η αριστερά αυνανίζεται ακούγοντας αντάρτικα).


Είναι αυτό ακριβώς που δεν μπορούν (ή δεν θέλουν) να κάνουν οι χλιαρές μεγαλο-αστικές περσόνες που απαρτίζουν το χώρο της ακαδημίας, των εφημερίδων, των περιοδικών, των διανοούμενων και της mainstream πολιτικής – Η ελίτ που μας κυβερνά είναι νερόβραστη -- τόσο στην Ελλάδα όσο  και παγκοσμίως (στο εξωτερικό οι ελίτ είναι ακόμη πιο αναίσθητες, άνευρες και κυνικές).

Πρόκειται για άτομα μαθημένα στις δημόσιες σχέσεις, την υποταγή, τη διεκπεραίωση, τον ευνουχισμό. τα κουτσομπολιά και τις μικρο-παρέες

 Άνθρωποι φρόνιμοι και ύπουλοι --

Οι μισοί δεν θέλουν να κλέψουν την παράσταση από υστεροβουλία  -- και οι άλλοι μισοί από απλή αταλαντοσύνη.

Από τον πολύ Αντόρνο που διαβάζουν -- δεν ξέρουν πια τι σημαίνει σασπένς, σεξ-απίλ και λύσσα -- δεν ξέρουν να ουρλιάζουν το ‘’δίκιο’’ τους --
ξέρουν μόνο να κάνουν γκριμάτσες και να σιωπούν.

Και έτσι το νέο πανκ αφήνεται στους νεο-ναζί.

Ζούμε την Απόλυτη Αναξιοκρατία του Πάθους
--μας πατάει η Σιχαμένη Μπότα των Μέτριων