27.11.12

Η Μέρκελ σε Αγαπάει


[σκίτσο Ιάκωβος Ουρανός]

Χτές πήγα στο Λονδίνο για μια audition: ανεβάζουν τη Βικτωριανή Τραγωδία Revenger’s Tragedy στο Hoxton Hall και έψαχναν για ένα bartender-actor.  Θέλουν κάποιον να ντυθεί σε Edwardian στιλ και να σερβίρει αλκοόλ στου θεατές. Μετά σκάει ένας φόνος στο θέατρο-μπαρ και αρχίζει το δράμα. Τσουπ, πάρτε λίγο αίμα μαζί με το κοκτέιλ σας. Μόλις μου το παν σκέφτηκα θα ήμουν τέλειος γι αυτή τη δουλειά: στο παρελθόν  όταν δούλεψα σε θέατρο και σε μπαρ, ήμουν επικίνδυνος,  ΦΟΝΙΚΑ επικίνδυνος.

φωνή από μέσα σου:

η Μέρκελ σε αγαπάει
Από άποψη ηθοποιϊας, η προφορά μου στα αγγλικά μοιάζει σαν ηλεκτρικό καζανάκι — από αυτά με την αυτόματη φωνή,  που σου μιλάν και λένε  ‘Thank you sir’ (και σε κάνουν να τα ξανα-κάνεις πάνω του). Όσο για μπάρμαν… Η σταδιοδρομία μου στο electro-κλαμπ Fire στο Vauxhall  (όπως επίσης στην περιβόητη  ταβέρνα το ‘Καφέ και στο Μασάλι’ στον Έβρο) με στρατολόγησε στους Χ-Men:  ό,τι έπιανα γινόταν θρύψαλλα (ή έπαιρνε φωτιά).
Η ζωή μου σα σερβιτόρος έμοιαζε σαν live performance – ένας ατελείωτος αυτοσχεδιασμός καταστροφής–  ένα video clip της παλιάς αξέχαστης επιτυχίας ‘Σπάστα’.

φωνή από μέσα σου:

Η Μέρκελ σε αγαπάει

Όσο περισσότερο λοιπόν το σκεφτόμουν τόσο περισσότερο ενθουσιαζόμουν με αυτήν τη δουλειά. Με κάλεσαν στην audition τη Κυριακή το βράδυ — όταν ήμουν Μάνσεστερ– για να παρουσιαστώ στο Λονδίνο την επόμενη μέρα, Δευτέρα πρωί… Είπα ναι. Εκλεισα εισιτήριο με πούλμαν  για τις 6.14. Ξύπνησα από τρόμο στις 4.  (Πλήρωσα 10 λίρες για ταξί + 18 λίρες για πούλμαν+ 5 λίρες για μετρό +2 λίρες για φαγητό +1,50 λίρες για καφέ. Έφυγα αφήνωντας πίσω ένα νοίκι απλήρωτο και μια ψυχή να κλαίει στο πάτωμα) .

φωνή από μέσα σου:

Η Μέρκελ σε αγαπάει

Έφτασα λοιπόν απένταρος, ακούρευτος και άυπνος στη Ηoxton Market.  Έσυρα μαζί μου μια βαριά βαλίτσα– λίγο πιο βαριά από το μέλλον μου. Κάθησα σε ένα καφέ και άρχισα να φτιάχνω τα μαλλιά μου στο τζάμι. Έβγαλα μια ελληνική εφημερίδα και άρχισα να διαβάζω τα νέα. Την Τρίτη η Μέρκελ στην Ελλάδα.
‘Είστε Ελληνας;’ με ρωτάει με σπαστά ελληνικά ο κύριος από το απέναντι τραπέζι.  ‘Ναι’ του λέω. ‘Σας θυμάμαι’ μου λέει. ‘Από πού’ ρωτάω;  [ένα σφυρί καρφώνει στο πρόσωπό μου ένα αγγλικό  χαμόγελο]
‘Από το συνέδριο… στο Birkbeck.. Όταν μιλούσατε για τους μαυραγορίτες και τη διαφθορά του αγγλικού δημοσίου την εποχή της λιτότητας...  πώς λεγόταν η διδακτορική σας διατριβή; The Αesthetics of Αusterity;’
‘A Violent Archaeology of Dreams: the Aesthetics of Crime in Austerity Britain’ απαντάω… [ Το βρόχινο νερό ακουμπά σα τζελ τα μαλλιά μου. Είμαι όμορφος. Θα ζήσω. Και όταν πεθάνω η ανθρωπότητα θα με θυμάται.]

φωνή από μέσα σου:

Η Μέρκελ σε αγαπάει

‘Θυμάμαι το  paper που δώσατε. Ήταν τόσο ναρκισστικό. Τόσο ελληνικό. Μου θύμισε μια πελάτη μου.’
[Πολλή πληροφορία μαζεμένη. Πολλή σκοτοδίνη μαζεμένη. Πανικός στο ίσωμα.]
‘Με μπερδέψατε λιγάκι…’ απαντάω. [το αγγλικό χαμόγελο παραμένει, ακόμη πιο έντονο]
‘Ναι συγνώμη, προσπαθούσα λιγάκι να μιμηθώ το στιλ σας. Την αποστροφή σας προς τη αυστηρή δομή στην έκφραση. Την παραληματική σκέψη. Το ελλειπτικό λόγο. Τον  εντυπωσιοθηρισμό δια του αινίγματος.  Όλα αυτά που σας κάνουν να μοιάζετε με την πελάτη μου, τη Μέρκελ.’
‘Παρντόν;’ [Αισθάνομαι το καπουτσίνο να παγώνει ανάμεσα στα δόντια μου και να αρχίζει να ραγίζει]
‘Λέγομαι Εντμούρνδος Γελουολίζ, είμαι ψυχίατρος και ιστορικός. Με γνωρίζετε. Μιλάτε εκτενώς για το έργο μου στο πέμπτο κεφάλαιο της διατριβής σας.  Εκεί που αναφέρεστε στη συγκρότηση της μυστικιστικής παράνοιας.  Το ξέρετε αυτό το φαινόμενο..το μελετήσατε καλά.’
‘Δεν θα περίμενα ποτέ ότι θα διαβάζατε τη διατριβή μου…’
[Χαμογελάκι] ‘Δεν διάβασα τη διατριβή σας, διάβασα εσάς… ξέρετε… [κι άλλο  χαμογελάκι].. ήθελα να σας το πω από καιρό αυτό.. . εσείς διαβάζετε εμένα όταν εγώ έγραφα εσάς…’
‘Δε σας καταλαβαίνω’
‘Πως ακριβώς καταλαβαίνετε τον όρο μυστικιστική παράνοια;’  Με ρωτάει σαν να με εξετάζει προφορικά.
[Απαντάω σα μηχανάκι] ‘Μια παθολογική μεγαλομανία, ένα ξέσπασμα ναρκισσιμού που εξουδετερώνει όλη τη συναισθηματική νοημοσύνη.  Η σεξουαλικότητα στεγνώνει κάτω από το βάρος μιας υπερμέτρης εγωμανίας.’ [τα δόντια μου να τρίζουν σα φελιζόλ ]
‘Ακριβώς [τα δόντια του λάμπουν] Ο κόσμος, η ιστορία, το σύμπαν—όλα πλέκουν ένα γαϊτανάκι αυτο-επιβεβαίωσης. Καταλαβαίνετε που το πάω;’
‘Ομολογώ πως όχι…κύρει Εντμούνδρε’
‘Κύριε Παπαδοπουλε, νομίζω πως ψεύδεστε. Περάσατε μια ολόκληρη μέρα παίζοντας κρυφτό με αυτή την ιδέα.  Σήμερα ήρθατε άρον άρον για να κυνηγήσετε μια ηλίθια δουλειά, κάνατε δηλαδή μια τρελή άσκηση αυτοπροβολής. Αφήσατε πίσω σας ερείπια: την πόρτα του σπιτιού σας ξεκλείδωτη, τα παράθυρα ανοιχτά, τη στέγη του σπιτιού σας τρύπια. Η μυστικιστική παράνοια είναι ακριβώς αυτό: το ξέφρενο τρέξιμο πίσω από ρόλους, μια ατελείωτη audition, η απληστία της φαντασίας. Γι αυτό ακριβώς φέρνετε ξανά και ξανάτη Μέρκελ μέσα σας.’
‘Δε σας παρακολουθώ’
[Το ύφος του αγριεύει] ‘Έλά τώρα, μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Έχεις περάσει τη μισή σου ζωή τρολάροντας  με την  ιδέα ότι η πολιτική είναι πείραμα της  γλώσσας.  Και τώρα σου υπενθυμίζω ότι η πολιτική είναι ένα πείραμα θεατρικό. Μια κραιπάλη φαντασίας. Μια audition.  Φτιάξαμε τη Μέρκελ για να μελετήσουμε τον ονειρικό σου μεταβολισμό. Την τεχνολογία του εγωισμού σου.  Τη σχέση σου με μια γλυκιά dominatrix που σε σακατεύει και τη σακατεύεις. Κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάνεις ό,τι μπορείς για να την προκαλέσεις, να τη σοκάρεις, να την ταρακουνήσεις. Παρατάς τα πάντα, τρέχεις σε ηλιθιες δουλειές, κάνεις χαζοχαρούμενα όνειρα, ανακατεύεσαι σε perfomances του κώλου.

Όλα αυτά  για να φέρεις τη Μέρκελ μέσα σου.  

[Ο Γέλοουλιζ γίνεται κόκκινος σα μελιτζάνα.]
Κύριε Γέλοουλιζ λέτε αηδίες. [Του χαμογελώ. Γλυκά]
[Τα μάγουλα του φουσκώνουν ]‘Η Μέρκελ είναι ένα πείραμα ηδονισμού —  μια ψυχογραφική μεταρρύθμιση, ένας σαδομαζοχιστικός εκσυγχρονισμός. Αντικαθιστά την Ελληνίδα μαμά με ένα μαστίγιο. Ξέρεις που τη ψωνίσαμε; Στη θεατρική ομάδα ενός ανατολογικο-γερμανικού χωριού στην άκρη του πουθενά. Το όνειρο της ήταν να γίνει σταρ. Σαν και σένα. Αύριο επισκέπτεται την Ελλάδα και τα βλέπει όλα σα ένα fashion show.  Προχθές μας παρακαλούσε να ντυθεί τσολιάς και να χορέψει τσάμικο στο Σύνταγμα…  Είναι ακριβώς σαν και σένα:  κάθε φορά που επιθυμεί μια αμαρτία,  βλέπει στο όνειρο της ότι την αγαπάς. Κατά βάθος ταιριάζετε.’
[Σηκώνομαι απαλά από το τραπέζι] ‘Κύριε Γέλοουλιζ σας θυμάμαι. Γεννηθήκατε το 1912. Σπουδάσατε ιστορία και λίγο ιατρική.  Γίνατε μέλος του Ναζιστικού κόμματος. Δουλέψατε ως βασανιστής. Αναγκάζατε τα θύματα να ονειρεύονται τον εαυτό ως θύτη: τα ωθούσατε σε αυτο-βασανισμό. Μετά γίνετε καθολικός παπάς. Μετά λογιστής. Μετά ακαδημαϊκός. Αυτοκτονήσατε το 1956. Περάσατε τη ζωή σας υποδυόμενος ρόλους.
Σε αντίθεση με σας εγώ δεν υποδύομαι, παίζω. Παίζω για να παίζω. To summarize λοιπόν:
εσύ είσαι ένα βλαμμένο φάντασμα, εγώ ένας βλαμμένος προλετάριος και η Μέρκελ μια βλαμμένη πολιτικός.
Αντίο.’
Περπατάω αργά και ανάλαφρα στο Hoxton Hall για την audition.
‘Σας στείλαμε ένα e-mail. Σκεφτόμαστε να δώσουμε το ρόλο σε μια κοπέλα. Θα θέλαμε να σας δοκιμάσουμε σε ένα αλλο ρόλο.  Σωματοφύλακας/εκτελεστής του Βασιλιά. Μόλις σας κάνω κλικ κλείστε τα μάτια της δεσποινίδος με το κασκόλ της. Και πυροβολήστε τη.’
Το κασκόλ μπερδεύεται στα χέρια μου.
Της τραβάω τα μαλλιά.
Αναπνέω βαριά.

Η Μέρκελ με αγαπάει


Βγάζω το όπλο και πυροβολώ


[εικόνες Πάνος Μιχαήλ]

26.11.12

Χημικά Πάρτι στο Ιράν




"Στο Ιράν κάνουν τα καλύτερα πάρτι— με rave και τζαζ και ποτά και χημείες παντός είδος, αλλά μέσα σε σπίτια, κρυφά’’.
Αυτά μου έλεγε ένας νεαρός με μπούκλες στο Ιnternational Student’s House στο Regents Park στο Λονδίνο. ‘’Η μουσική [και τα φιλιά και το σεξ σκεφτόμουν εγώ] είναι καλύτερα εκεί από ότι εδώ στο Λονδίνο… ξέρεις πιο προχωρήμενα’’. Μερικά χρόνια μετά ακούσα παρόμοιες φράσεις από ένα gay Ιρανό ιστορικό τέχνης, τώρα ακαδημαϊκό στην Κων/πολη. ‘’Στα πάρτι στο Ιράν οι νέοι εκφράζονται ερωτικά πιο απρόσμενα—πιο πολυσεξουαλικά—απ’ότι εδώ στην Αγγλία. Ο κόσμος είναι πιο ατίθασος και τρελός όταν βρίσκει μια ατμόσφαιρα ελευθερίας.’’

Σκέφτομαι αυτήν την κρυφή party zone στο Ιράν — σκέφτομαι συχνά τα φιλιά που αντάλλαξα με νεαρούς μπουκλωτούς Ιρανούς στο Λονδίνο — σκέφτομαι και το Persepolis –την περιπέτεια ενός κοριτσιού που παραπαίει ανάμεσα στα vibes της νεανικής δυτικής κουλτούρας, την ευρωπαϊκή  migrant-hood και την ισλαμοκρατία της πατρίδας της.

Και μετά σκέφτομαι την Αθήνα.  Θα ρθει μια μέρα που θα κάνουμε τα καλύτερα πάρτι μέσα σε σπίτια; Με video-προβολές και θεατρικά σόου. Θα ντυνόμαστε σαν τους Velvet Underground, θα πηδάμε στον αέρα σαν αστροναύτες σε νιρβάνα. Θα ανακατεύουμε μπουζούκια με ηλεκτρονικές λούπες, ψυχεδέλεια και ζεμπεκιές. Θα κρεμιόμαστε με γάτζους από το ταβάνι και θα φιλιόμαστε μέσα στην γλυκιά έκσταση του πόνου– οπως οι μετα-σουφιστές performers.
Και το πρωί θα χωρίζουμε.

Τα κορίτσια θα φορούν μαύρες μαντίλες και ποδιές και θα πηγαίνουν στους σπίτια τους να στρώσουν πίτα-φύλλο και να σφουγγαρίσουν και να αλλάξουν πάνες στα μωρά και να καλέσουν τον παπά της ενορίας να κάνει αγιασμό στο σπίτι. Και οι άντρες θα πηγαίνουν στη δουλειά και θα γυρνούν στο σπίτι το απόγευμα για να δουν τηλεόραση. Η πολιτική και πνευματική ηγεσία του τόπου — ο Κασίδιαρης με ματωμένο σμόκιν και ο Σεραφείμ με glam άμφια– θα εγκαινιάζουν Ιδρύματα Μείζονος Ελληνισμού και Χριστιανοσύνης, θα φορτώνουν τα σχολεία με Εγκυκλοπαίδειες Πατριδολαγνείας, θα κηρύσσουν Ορθόδοξες Σταυροφορίες.

Αλλά εμάς δε θα μας πειράζει. Γιατί θα ξέρουμε. Όλα αυτά γίνονται για να μπορούμε να περνάμε καλύτερα το βράδυ. Η απαγόρευση υπηρετεί την ασυδοσία μας. Δίνει ένα στόχο στο κέφι μας. Να η συνταγή ενός υπέροχου πάρτι. Ο σκοταδισμός του μέλλοντος είναι μια μηχανορραφία ηδονοθηρίας.
Κόψτε μας το φιλί για να αφηνιάσουμε!

Ζήτω.

[εικονογραφηση: πάνος μιχαήλ]

22.11.12

Ανωμαλία στα Χρόνια της Λιτότητας


(Weegee, Man arrested for cross-dressing, New York, ca. 1939)

Πριν δυο μήνες οι αντιδράσεις στη τηλεοπτική λογοκρισία ενός gay φιλιού άγγιξαν τα όρια του μπανάλ. Συμβαίνει συχνά: Ένα μαζικό trend θέτει σε συναγερμό την αστυνομία του καλού γούστου. Και ως γνωστόν, η δημοκρατικότητα — όπως και η πολιτική γενικότερα —  είναι μια υπόθεση γούστου,  ή αλλιώς, βίτσιου. Μέσα σε αυτήν την πίστα, τα ‘κοινωνικά δικαιώματα’ αντιμετωπίζονται περιπαικτικά ως μια στιλιστική εκκεντρικότητα, ένα είδος τσαχπίνικης διανοητικής μόδας. Ζητήματα σεξουαλικότητας,  ταυτότητας και δημοκρατικότητας σχολιάζονται ειρωνικά σα μια πασαρέλα πολιτικού προοδευτισμού. Να μια φαντεζί ιδέα που χτενίζεται μακριά… από τα ουσιαστικά ‘προβλήματα’ μιας κοινωνίας υπό κατάρρευση.
Το δικαίωμα των σεξουαλικών μειονοτήτων στην ορατότητα — ή αν θέλετε στη θεαματικότητα — έκανε τη βόλτα του μέσα σε μια δημόσια αρένα βαθύτατα τραυματισμένη από φρενήρεις ιδεολογικές πολώσεις—  πολώσεις που περιστρέφονταν συχνά ακριβώς γύρω από το ‘πολιτισμικό’ background της εθνικής τραγωδίας. Κοινός παρονομαστής αυτών των ρητορικών συγκρούσεων είναι η εξίσωση της πολιτικής με μια αόρατη μάχη συμφερόντων. Τα ‘συμφέροντα’ και οι δολοπλοκίες της αστικής τάξης [σύμφωνα με τη μία ερμηνεία] και τα ‘μικρο-συμφέροντα’ του μικροαστισμού, [σύμφωνα με την αντίπαλη] συνιστούν τους ηθικούς αυτουργούς της παρακμής.
Ακριβώς επειδή οι ‘gay’ αποτελούν μια φασματική ομάδα, δηλαδή μια ομάδα πολύ πιο απροσδιόριστη, ασύνταχτη και κατακερματισμένη από την αστική ή τη μικροαστική τάξη, οι φιγούρες τους παρέμεναν εξόριστες από αυτό το ιδεολογικό πόλεμο. Η παραβατική σεξουαλικότητα δεν μπορούσε να νοηθεί ως ‘διακύβευμα’, ‘συμφέρον’ ή ‘δικαίωμα’: δεν εξέφραζε κάποια συμπαγή συλλογικότητα. Αδυνατούσε να συνδεθεί με ένα σαφές πολιτικό υποκείμενο.
Από αυτήν την άποψη η λογοκρισία ενός τηλεοπτικού φιλιού επαναπροσδιόρισε το πολιτικό πρόσημο της ερωτικότητας. Ανώμαλος ή Queer δεν θεωρείται πια μόνο ο άντρας που κάνει σεξ με άντρες ή ένα τραβεστί που εκδίδεται στο δρόμο ή ένας κατατονικός οροθετικός. Ξαφνικά η ανώμαλία συνδέθηκε  ευρύτερα με τη τηλεθέαση και τις επιπλοκές της. Ανώμαλος τώρα μπορεί να είναι ένας άνεργος σαρανταπεντάρης τηλεθεατής που ζει σε μια σκοτεινή τρύπα στην πλατεία Κυψέλης, ένας ονειροπόλος μαθητής γυμνασίου που εξαρτάται οικονομικά από τους Χρυσαυγίτες γονείς του, ένας  μοναχικός κάτοικος της επαρχίας που μιλάει σα βικτοριανός ευγενής στις κότες του. ‘Για ποια άτομα κύριε ισχύει η ανωμαλία; ’ ‘Για όλους όσους  ένα τηλεοπτικό φιλί μπορεί να είναι το μοναδικό ευτυχισμένο φιλί της ημέρας’  Το φασματικό φιλί αντανακλά κάτι από τη φασματικότητα της (άπορης) ζωής τους.
Η φτώχεια αλλάζει τη σεξουαλικότητα όλων μας ακριβώς επειδή συνταράζει την κοινωνικότητα, γρονθοκοπεί τη φαντασία και συντρίβει την καθημερινότητα. Η κρίση τονίζει — ακόμη και σε όσους σιχαίνονται τη ψυχιατρική – ότι η σεξουαλικότητα είναι ένα κατεξοχήν ονειρικό βίωμα, μια κατάσταση του μυαλού, μια κλωτσιά της μνήμης στα γεννητικά όργανα και τανάμπαλιν. Υπό αυτήν την έννοια, η φτώχεια μεταμορφώνει τους πάντες σε σεξουαλικές μειονότητες. Μεταστρέφει για πάντα το νόημα της λέξης ‘ανωμαλία’. Τώρα πια η λέξη υπονοεί κάτι πολύ περισσότερο από ομο-ερωτισμό. Γιορτάζει μια εναλλακτική εκδοχή ενηλικίωσης. Επιτάσσει διαφορετικές τεχνικές (ονειρικής) επιβίωσης.
Ανωμαλία (Queerness) σήμερα είναι η πεισματάρικη ανάπτυξη συναισθημάτων, επιθυμιών και διαφορετικοτήτων μέσα σε ένα ευάλωτο, εύθραυστο και ασταθές καθεστώς ζωής.  Είναι η ικανότητα να είσαι δημιουργικός παρότι αντι-παραγωγικός, σεξουαλικός χωρίς σεξ, σταρ χωρίς κοινό, εύπορος χωρίς λεφτά, ποιητής χωρίς δάφνες. Πάνω απ’ όλα, είναι μια μια στάση ζωής που αγκαλιάζει όλα εκείνα τα ετερο-σεξουαλικά ή ομοφυλοφιλικά άτομα που επιμένουν να συναντούν παράξενους ανθρώπους, παράξενες ιδέες και παράξενα μέρη καθώς σκοτώνονται… για να επιβιώσουν.

[κειμενο: Αλεξανδρος Π. Εικόνες: Πάνος Μιχαήλ]

20.11.12

Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ στην Εποχή της Ταχύτητας



Όταν ήμουν μαθητής γυμνασίου, κάθε Τρίτη βράδυ παρακολουθούσαμε με τον παππού μου– σε κλίμα κατάνυξης — τις εκπομπές του Πλεύρη στο Tele City. Η ελληνική μυθολογία έσκαγε μας μπροστά μας σαν την ανατομία ενός εγκλήματος – μια ιστορία μέσα στην ιστορία — ο μυθικός χρόνος αναποδογυρίζονταν σαν ένα ασανσέρ στο κενό: η Αρχαία Ελλάδα ήταν μια φουτουριστική ουτοπία και τα ομηρικά έπη το hand-book ενός τεχνολογικού θαύματος.

Η  θεά Αθηνά – σύμφωνα με τον  τηλε-ναζί — πετούσε ψηλά στον ουρανό φορώντας μια πτητική συσκευή-μανδύα, οι πόρτες άνοιγαν  αυτόματα στο παλάτι του Οδυσσέα και τα αγγεία αποτελούσαν συσκευές ήχου – επίτηδες φτιαγμένες έτσι για να απομαγνητοφωνηθούν από τους μελετητές του μέλλοντος.  Οι Έλληνες ήταν γενικά μια υπερφυσική φυλή από άλλο γαλαξία. Στην τηλεοπτική οθόνη άστραφτε ένα εθνικισμός πέρα από το διάστημα — σε μόνιμο ανταγωνισμό με τους κομμουνιστές– αλλά κυρίως τους Εβραίους (που προσπαθούσαν να μας πείσουν  ότι ελληνικό αλφάβητο το πήραμε από τους Φοίνικες – χα ας γελάσω!).

Και μετά, μια μέρα πέθανε ο Χατζιδάκις.

Και τότε, η τηλεοπτική αφήγηση του Πλεύρη ανακατεύτηκε με μια άλλη υπερφυσική εξ-ιστορήση  του παρελθόντος. Μέσα από τα ραδιόφωνα η μουσική του Χατζηδάκι μπηκε στο σπίτι μας σα συνειρμικός σίφουνας. Αντί για ιστορία, με έσκασε τώρα μια μνήμη, ένα μνημόσυνο μέσα σε μνημόσυνο. Πολλά, πολλά χρόνια πριν το γυμνάσιο, πολύ καιρό πριν το δημοτικό, μια μέρα που η Αρλέτα τραγουδούσε στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου ‘ήσουν παιδί σαν το Χριστό’– η μαμά πήγε να κάνει παρέα με το Χριστό, σπρωγμένη από ένα τρένο που πετάχτηκε από το πουθενά και μας χτύπησε στη διάβαση . Το κασετόφωνο έγινε σμπαράλια, όμως η κασέτα σώθηκε– και έγινε κειμήλιο.


Τη μέρα που ο Χατζιδάκις πήγε να κάνει παρέα με τη μαμά μου, η μουσική του πλημμύρισε ξανά το σπίτι μας– πέρασε μεσα από διαφημιστικά σποτ για μασαζο-καλσόν– και ενώθηκε με το τηλεοπτικό science-fiction του Tele city. Έτσι έπαψε να πια να είναι συνηθισμένο ενθύμιο.  Μπροστά μου τώρα είχα μια ακουστική συσκευή νοήματος– κάτι αντίστοιχο με τα ‘αρχαία αγγεία-μαγνητόφωνα’ — ένα μυστικό ηχητικό αρχείο, ένα κρυπτογραφημένο σημειωματάριο για τη ζωή και τη προσωπικότητα της μαμάς μου.

Ήταν ολοφάνερη η τακτική της: είχε αφήσει τον εαυτό της βαθιά κρυμμένο μέσα σε αυτά τα τραγούδια, όπως ένας νευρομάντης στο μάτριξ. ‘Ήταν επείγον λοιπόν να τα αποκρυπτογραφήσω– για να μπορέσω να της συνομιλήσω. Η μαμά μου ζούσε μέσα στη μουσική του Χατζιδάκι, όπως ένα άβαταρ που άφησε για πάντα το σώμα του προκειμένου να ζήσει μέσα σε ένα ψηφιακό τοπίο.

‘Έτσι ξεκίνησε ένα ατελείωτο κυνήγι χαμένου ήχου και μνήμης. Έψαξα παντού για στοιχεία: μέσα σε περιοδικά και συνεντεύξεις — το τεύχος της Οδός Πανός — το ‘Καθρέφτη και το Μαχαίρι’ – σε εκπομπές, αφιερώματα και άρθρα. Καθώς έψαχνα για απαντήσεις– για χαμένα αποτυπώματα – για  μια συνομιλία φιλική [άραγε κάπνιζε και άκουγε μουσική; σφουγγάριζε και καθάριζε πατάτες;] συνέθεσα αποσπασματικές πληροφορίες– συνέδεσα τους κρίκους μιας συνομωσιολογικής μηχανορραφίας. Και έτσι πέρασα από τον υπερ-διαστημικό εθνικισμό του Πλεύρη στον υπε-κοσμικό σύμπαν του Χατζιδάκι.  Αυτό με προσγείωσε σε μια άλλη ανάγνωση της μουσικής και της ιστορίας – κυρίως σε μια άλλη χορογραφία του μυστικιστικού, του αλλοπρόσαλλου και του συγκινησιακού…



Έμαθα ας πούμε ότι το εγχείρημα του Χατζιδάκι δεν ήταν η κατασκευή μιας μουσικής – αλλά ενός ενός βιώματος.  Οι μινόρε ιδιωματικές παρεκκλίσεις–η προσαρμογή του Μπαχ στο Μελόδραμα– δεν ήταν ακριβώς ένα επίτευγμα ήχου αλλά γλώσσας— ο Χατζιδάκις φιλοτέχνησε τη συγκινησιακή προπαιδεία, την ηχητική αλφάβητο, το εκστατικό χάρακα μιας εποχής, μιας συλλογικής συνείδησης. και κυρίως μιας επανένωσης: του χαμηλού με το υψηλό, του παλιού με το νέο, του χαζοχαρούμενου με το δραματικό, του ελληνικού με το κοσμοπολίτικο, του κινηματογραφικού με το ποιητικό.

Έτσι εγκαινιάστηκε μια επιστημονική φαντασία για το μετεμφυλιακό ‘έθνος‘ μέσα από μια σειρά από ηχοχρώματα. Το τραγούδι λειτούργησε σα το παραμιλητό ενός μέντιουμ συνδέοντας τους νεκρούς και του ζωντανούς μιας αχαλίνωτης οικογένειας. Δεν ήταν ακριβώς ένα μουσικό–αισθητικό επίτευγμα, ήταν περισσότερο ένα εργαλείο αυτο-κατανόησης– μια μεταφυσική του παρόντος από νότες. Αθροίζοντας την πολυ-παρουσία του, την περσόνα του και τη συναισθητική του παρέμβαση– στο ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο και τα περιοδικά– ο Χατζηδάκης προ-οικονόμησε τη σύγχρονη διάχυση του αισθητικού, δηλαδή, την αντίληψη της τέχνης  ως τρόπου ζωής– ως ονειρικού ξεσαλώματος.

Μουσική δεν είναι η ικανότητα να διαβάζεις νότες αλλά  η ικανότητα να ξεφυλλίζεις την προσωπικότητα σαν ένα εικονογραφημένο βιβλίο – να μετατρέπεις το σώμα σου σε ένα ιστότοπο, σε έναν σύνθημα στον τοίχο, σε μια αχνο-γραφία στο τζάμι του λεωφορείου.  Κάτι σαν την θραυσματική αυτο-έκφραση του facebook, το εικαστικό ψωνιστήρι του ιντερνετ, την avant-garde μικροαστία των insta-grams .. μια τεθλασμένη βιβλιοθήκη εμπειριών και αναμνήσεων..



Υπό αυτούς τους όρους, ο Χατζιδάκις αποτέλεσε ένα ορόσημο στη γέννηση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε λυρικό, ηδονοθηρικό, σουρεαλιστικό μικροαστισμό.  Αν κάποια μέρα καταφέρουμε μελετήσουμε αυτό το επίτευγμα–όχι ως κειμήλιο—αλλά ως γλώσσα, τότε θα μπορέσουμε να επίσης συνομιλήσουμε με τη πεθαμένη μητέρα μας και να συμφιλιωθούμε με το έγκλημα – με το έγκλημα ενός κακοσχεδιασμένου επαρχιακού δρόμου, το έγκλημα της δημόσιας εκπαίδευσης, το έγκλημα της φασιστικής τηλεόρασης, της γειτονιάς, της τάξης μας—κυρίως το έγκλημα της ιστορίας.
Και ταυτόχρονα θα καταφέρουμε να συνομιλήσουμε με το θαύμα αυτού του παζλ, την έγχρωμη ιδιοσυστασία του, τη  μοντερνικότητα του…
Κάτι αντίστοιχο μου είπε η η μάνα μου την τελευταία φορά που συνομιλήσαμε– συναντηθήκαμε πρόσφατα μέσα σε ένα κινηματογραφικό στιγμιότυπο– η Αλίκη Βουγιουκλάκη τραγουδούσε  το ‘Καροτσέρη, Καροτσέρη άσε το Καμουστίκι από το χέρι’– πάνω σε ένα κάρο κάπου στην Κων/πολη. Μου είπε λοιπόν, σταμάτα να αυτο-μαστιγώνεσαι — σταμάτα να πιέζεις καταστάσεις – άσε την ιστορία να κυλήσει σα μουσική.
Κάνε στην εποχή σου αυτό που έκανε ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ με τις αισθήσεις του: να μετατρέπεις κάθε σου βασανιστήριο σε προθάλαμο ανατρεπτικού νοήματος...Δε βλέπεις τι έκανε ο Χατζιδάκις.. έζησε ανάμεσα σε συντηρητικούς, δογματικούς και αρχομανείς ανθρώπους – σαν αυτούς δηλαδή που τώρα υπερασπίζονται το έργο του και μιλάνε εξ ονόματος του…αλλά εκείνος δε χαμπάριαζε τίποτα—έπαιζε διαρκώς με τα πάντα.

Μπορούν να σου πάρουν το καμουτσίκι – τον τίτλο της εξουσίας– το έπαθλο, το παράσημο, το τιμόνι αλλά τη μουσική– τη μουσική δε μπορούν να σου τη πάρουν ποτέ.

Αυτή θα ζει για πάντα μέσα σου,
όπως και η μαμά σου.

[κειμενο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος, Εικονογράφηση: Πάνος Μιχαήλ]