24.12.13

Πως να Καταπίνεις Υπαρξιακές Χυλόπιτες με Διαστημική Ευλάβεια: Επιστημονική Φαντασία και Καψούρα.


Είδα το Gravity χθες – και νομίζω ότι κατάλαβα γιατί τρέλανε τόσο κόσμο: περιγράφει με πολλή λιτότητα και δεξιοτεχνία έναν πολύ οικείο εφιάλτη – έναν φόβο σύγχρονο, παγκόσμιο και πανσεξουαλικό. Την ασφυξία του αποπροσανατολισμού ''δεν ξέρω που πατάω και που βρίσκομαι'', ''δεν ξέρω τι κάνω στη ζωή μου'' ''δεν μπορώ να δω που πηγαίνω'', ''κάποιος να μου μιλήσει στο ακουστικό τώρα -μίλα μου σε παρακαλώ'' ''Με καταπίνει στο σκοτάδι'' ''δεν μπορώ να αναπνεύσω'' ''σώσε με''. Πρόκειται για μια μικρή χορογραφία πανικού – σχεδόν χωρίς καθόλου υπόθεση – ακριβώς όπως και μια ζωή χωρίς πλοκή. Όλο σου το 'σενάριο' αποτελείται από τυχαίες εικόνες και σπαράγματα σκέψεων που γυρίζουν σε αντίστροφη τροχιά γύρω από το σώμα σου –όταν στριφογυρίζεις άυπνος πάνω στο κρεβάτι. 
                                                            

Το μοτίβο του εφιάλτη είναι πολύ απλό: Ένα κατσαβίδι ή ένας σπινθήρας ή ένα ιπτάμενο εξάρτημα πετάγεται ξαφνικά και τεντώνει το νήμα της ζωής σου σαν σφεντόνα. Από αυτήν την άποψη το Gravity μου θύμισε ένα παλιό ιρανικό φιλμ – για ένα παιδάκι που είχε εγκλωβιστεί σε διαμέρισμα και δεν μπορούσε να βγει. Δεν θυμάμαι τον τίτλο του – αλλά η (μη-)υπόθεση του έχει εντυπωθεί στη μνήμη ακριβώς επειδή μου θυμίζει τον διαρκή ψυχικό και βιολογικό όλεθρο που ζω όταν κάνω γκάφες. Δεν χρειάζεσαι πάντα έναν ''κακό'' χαρακτήρα για να ζήσεις ένα δράμα -- η αφηρημάδα, η ατυχία και η έλλειψη ανακλαστικών μπορούν πολύ άνετα να αφήσουν τη ζωή σου γλιστρήσει μέσα από τα χέρια σου και να σκάσει με ένα υπόκωφο πάταγο μέσα στο κενό. Αυτό που λέμε ''τραγωδία΄'' δεν παράγεται μόνο από την ηθική σύγκρουση ανάμεσα σε θύματα και θύτες – Αντιγόνες και Κρέοντες – αλλά από τυχαία λάθη, άγαρμπες γκάφες και μαλακίες της στιγμής. Ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μία τρικλοποδιά στις σκάλες, ένα κινητό που έπεσε από την τσέπη... αλλάζουν τη βαρύτητα του χρόνου – τον ρυθμό της αναπνοής σου
-- και κυρίως τον τρόπο που είσαι μέσα το σώμα σου
                                                                

Δεν είναι ακριβώς απαραίτητο να πάει κανείς σε 3D IMAX οθόνη για να συλλάβει κανείς τον παλμό της ταινίας. Ίσως μάλιστα θα είχε πιο πολλή πλάκα να την κατεβάσεις από το ίντερνετ και να την παρακολουθήσεις στο κινητό σου κάνοντας κούνια μπέλα, τραμπάλα ή – ακόμη καλύτερα – κωλοτούμπες στο γερανό ενός λούνα-παρκ. Πάντως με αφορμή αυτόν τον ίλιγγο – που παίζει πινγκ πονγκ με τα νεύρα σου εντός και εκτός οθόνης – εγώ θέλω να πορνογραφήσω πάλι. Θέλω να μιλήσω δηλαδή για τη σχέση ενός μέτριου αμερικανικού blockbuster με το χρόνο, την υλική εξαθλίωση-- και κυρίως -- την ερωτική ερήμωση.

Η ταινία αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίο το σώμα σου αναπαριστά το φόβο στο εσωτερικό ενός ονείρου (να ένα όνειρο μέσα σε όνειρο -- χωρίς πολλές φλυαρίες -- απλά και φαντασμαγορικά -- in the american way -- για να μας χωράει όλους). Η αιώρηση στο διάστημα παραπέμπει στον τρόπο που κινείσαι όταν ονειρεύεσαι: άλλες φορές θέλεις να τρέξεις αλλά τα πόδια σου δεν κουνιούνται – και άλλες φορές παίζεις τάβλι με τη βαρύτητα – δηλαδή απογειώνεσαι και προσγειώνεσαι σαν 'σαι το ζάρι στην χούφτα ενός αόρατου παίκτη. Το τρομακτικό σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι οι σούπερ σωματικές ιδιότητες των ονείρων συνδυάζονται με τις πλέον σκοτεινές τους εκδοχές. Αν και οι ήρωες πλέουν στο διάστημα με τη χάρη μιας μπαλαρίνας ή με τη γαλήνη ενός μωρού στον υγρό θύλακα της μαμάς του – την ίδια στιγμή παγώνουν, χάνουν την αναπνοή τους και σμπαραλιάζονται. 



Όπως και σε ένα όνειρο έτσι και στην ταινία, όταν πας να πιάσεις κάτι μεταμορφώνεται ή γίνεται σκόνη. Πάντως πάντα κάτι συμβαίνει και η ολοκλήρωση μιας πράξης αναβάλλεται. Και όπως ακριβώς και στο θρίλερ – έτσι και σε ένα όνειρο -- κάθε πράξη διακόπτεται από μια άλλη. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ποτέ κανένα όνειρο δεν τέλειωσε ποτέ: Πάντα η αφήγηση συντρίβεται από ένα απότομα ξύπνημα -- που με τη σειρά του βάζει σε κίνηση σε μια νέα αλληλοδιαδοχή από ειδυλλιακές και φρικτές σκηνές. Τα όρια ανάμεσα στο ξύπνιο και τον ύπνο δεν είναι ξεκάθαρα. Το ξυπνητήρι για παράδειγμα, μπορεί σου υπενθυμίζει ανακουφιστικά ότι δεν ζεις στον κόσμο του εφιάλτη σου -- αλλά αμέσως μετά σε προσγειώνει στον εφιάλτη της πρωινής εργασίας (ή της ανεργίας). Έτσι και σε ένα sci-fi θρίλερ – το διάστημα είναι ένας χώρος ονειρικής και εφιαλτικής πλοήγησης που σβήνει --και ταυτόχρονα ξανανάβει – μετά την επιστροφή στη γη.


Οι σκηνές της προσγείωσης αναμιγνύουν την έκσταση της ανακούφισης με την επανεκίνηση της συμφοράς – ο βυθός της θάλασσας αναπαριστά με την ατμόσφαιρα του διαστήματος (έλλειψη οξυγόνου, αιώρηση και εγκλωβισμός). Το ηπειρωτικό έδαφος – ο τελικός στόχος -- απλώνεται – στα γυμνά πόδια της πρωταγωνιστρίας -- σαν ένα παρθένο και άγριο περιβάλλον – ένας νέο πεδίο μαρτυρίου – εξίσου τρομακτικό και εξωτικό με τον υπνωτικό διάκοσμο ντου διαστήματος. Ύπνος και ξύπνιος – φωτιά και νερό – γη και αέρας – χύνονται το ένα μέσα στο άλλο. Η ταινία στην ουσία δεν τελειώνει – δεν ξέρουμε τι θα κάνει η πρωταγωνίστρια -- χωρίς καμιά επικοινωνία--για να επιβιώσει πάνω στη γη. Πολύ περισσότερο -- δεν ξέρουμε τι θα κάνει ο θεατής μόλις βγει από την αίθουσα. Συνεχίζεις να περπατάς έξω από την αίθουσα γνωρίζοντας ότι πλέεις στον αέρα – η γη είναι ένα ακαθόριστο πεδίο από δυνάμεις που δεν ελέγχεις – ένας αραχνο-ιστός δράσεων και αντιδράσεων που κολλάνε πάνω σου -- σα να σαι μια μαστουρωμένη μύγα. 

                                                         
Αυτό που είναι τρισδιάστατο σε αυτήν την ταινία είναι ο φόβος: Να μια ταινία χωρίς υπόθεση – μια σχεδόν κινούμενη εικόνα χωρίς ιστορία -- που σου προκαλεί το ίδιο δέος με τα τραπεζομάντηλα που αγόραζε η γιαγιά από τη λαϊκή (σκηνές κυνηγιού στην άγρια δύση) ή μια παιδική χειροτεχνία πένθους (η μαμά έβγαλε φτερά πεταλούδας και πέταξε μακριά από το νοσοκομείο) ή το ονειρο-γραφικό ημερολόγιο ενός ψυχωσικού – ή ενός ''δια χριστόν σαλού'' – που βιώνει την πτώση ως πτήση και αντίστροφα. Πάνω απ' όλα λοιπόν πρόκειται για ένα μοντερνισμένο συναξάρι -- νέα μορφή αγιογραφίας – που τοποθετεί το ανθρώπινο μαρτύριο στο διάστημα αντί για την έρημο – την έρημο της Βίβλου (αλλά και την αμερικανική έρημο των γουέστερν – ο κεντρικός αρσενικός ήρωας ακούει κάντρι, μιλάει σαν κάουμπόι και ιππεύει την ατμόσφαιρα σαν να καβαλάει άλογο)

Σε στιγμές απόγνωσης – η κάμερα εστιάζει σε παραδοσιακά θρησκευτικά αντικείμενα -- μια μικρή ρωσοβυζαντινή αγιογραφία (στο ρωσικό σκάφος) και ένα βούδας (στο κινεζικό). Μετά η αγιογραφία μετουσιώνεται σε ερωτογραφία. Ο αστροναύτης που νομίσαμε νεκρό – επιστρέφει από το παράθυρο -- για να αποτρέψει την πρωταγωνίστρια από την αυτοκτονία. Ο αστροναύτης είναι ο George Clooney – που κατά κάποιο τρόπο παίζει τον εαυτό του. Είναι ο cool σταρ που θα κατέβει από την οθόνη: εδώ το παράθυρο του σκάφους λειτουργεί έξοχα ως μεταφορά της οθόνης του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης. Την ίδια ακριβώς στιγμή ραδιοσυχνότητες από τη γη ''νανουρίζουν'' τη πρωταγωνίστρια. Ο 'αντρας' δίνει τη λύση – η μαστουρωμένη πρωταγωνίστρια (τηλε-θέατρια) ξυπνά και συνειδητοποιεί ότι ήταν ο σωτήρας ήταν μια οπτασία. Πρόκειται για ένα έξοχο αυτο-αναφορικό σχόλιο. Χωρίς να μπλοκάρει το σασπένς – ο κινηματογράφος στοχάζεται πάνω στο κινηματογράφο – δηλαδή πάνω στην ψευδαισθητικότητα του και το ''φύλο'' των πιστών του.   

                                                                 
 
                                                                    
Αυτό που σώζει την πρωταγωνίστρια είναι αυτό που της ψυθυρίζει στο αυτί ο φαντασιακός της εραστής – ο σταρ, ο άγιος της οθόνης, ο νέος θεός -- που κατά πλήρη αντιπαραβολή προς τον Αδάμ και Εύα – εδώ πλάθεται από τα σπλάχνα του 'ασθενούς φύλου' -- δηλαδή από το υλικό των ερωτικών και φοβικών ενορμήσεων της πρωταγωνίστριας. Και κάπως έτσι ο αμερικανικός κινηματογράφος τοποθετεί τον εαυτό του -- πλάι στις θρησκείες των μετα-κομμουνιστικών κρατών (ρωσία και κίνα). Ημι-ειρωνικά και ημι-δραματικα – όπως και το αμφίθυμο φρύδι του Κλούνει – μας λέει μπροστά την κάμερα -- εγώ είμαι το όπιο των θεατών μου –και μάλιστα είμαι ένα όνειρο που βλέπεται με τα μάτια ανοιχτά.  

                                                                     
 

Παράλληλα μοιάζει να κλείνει το μάτι στην νέα ερωτική διαδραστικότητα της οθόνης – αυτή που αναπαράγουν τα διαστημικά παράθυρα του διαδικτύου, του facebook και του whisper – δηλαδή, το νέο ερωτικό συναξάρι του φτωχού. Είμαστε εγκλωβισμένοι στο δωμάτιο μας σαν σε μια διαστημική κάψουλα – ζωγραφίζουμε το παραισθητικό προφίλ των εραστών μας – με ψιθύρους, εικόνες, ραδιο-συχνότητες. Φτιάχνουμε από τα δικό μας σώμα – ένα ερωτικό είδωλο. Και όταν όλα μοιάζουν χαμένα, το βάζουμε να καβαλήσει το μυαλό μας όπως ένας καουμπόη του διαστήματος Μετά ξυπνάμε – δίνουμε μια σφαλιάρα στα καπούλια μας – και τρέχουμε ασέλωτοι στην έρημο του πραγματικού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου