21.1.13

Η δολοπλοκία των Bijoux De Kant: η (H Lifo δημοσίευσε το παρακάτω κείμενο μου για την παράσταση των Bijoux de Cant http://www.lifo.gr/team/ekei/35480 )

 Η Μελαγχολία του Φύλου και το Πένθος του Παρόντος

Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος;  H παράσταση ''Είμαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσομπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία.

Μέσα από ένα συμπίλημα  ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας  φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την  καύλα του  για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού --  εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους.

Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό –  ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες –   μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση  ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη –  το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο  αντρικό βλέμμα.  Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν  το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο –  αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’   επέκταση  του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία.

Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου.   Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζτογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή,  το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του.  Βυθισμένο μέσα σε μια  υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται.

Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την  επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας  που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το  φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους.
 
















Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος; H παράσταση ''Είσαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσοπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία. Μέσα από ένα συμπίλημα ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την καύλα του για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού -- εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους. Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό – ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες – μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη – το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο αντρικό βλέμμα. Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο – αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’ επέκταση του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία. Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου. Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή, το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του. Βυθισμένο μέσα σε μια υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται. Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους. Πηγή: www.lifo.gr
δολοπλοκία των Bijoux De Kant: η Μελαγχολία του Φύλου και το Πένθος του Παρόντος. Μην ακούς τους υστερικούς - η ερωτογραφία είναι το νέο λεξιλόγιο της απόγνωσης / Ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος στην παράσταση των Bijoux De Cant ΣΧΟΛΙΑ (0) 9 φωτο: Π. Μιχαήλ φωτο: Π. Μιχαήλ Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος; H παράσταση ''Είσαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσοπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία. Μέσα από ένα συμπίλημα ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την καύλα του για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού -- εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους. Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό – ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες – μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη – το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο αντρικό βλέμμα. Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο – αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’ επέκταση του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία. Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου. Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή, το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του. Βυθισμένο μέσα σε μια υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται. Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους. Πηγή: www.lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου