H διάκριση οργανικής και ανόργανης ζωής είναι κάτι σαν το κουτσομπολιό του σύμπαντος.
Το αν είσαι άνθρωπος ή πέτρα έχει τόση σημασία για το ''υπαρκτό'' κόσμο, όσο και το πεντικιούρ του Νότη Πότη για το αστρικό οικοσύστημα της Ανδρομέδας.
Το ερώτημα ήταν, είναι και θα είναι: τι στο διάολο χωρίζει το είναι από τη μη-είναι;
Πως μπορείς δηλαδή να συλλάβεις το 'μηδέν' -- το τίποτα -- το ''μη-υπαρκτό'';
Απλά δεν γίνεται! -- μπορείς να το εκφράσεις μέσα στη γλώσσα, με γράμματα και σύμβολα --σαν μια εξίσωση ας πούμε -- ή στο εσωτερικό μιας εικόνας του Υπαρκτού.
Λες ας πούμε ''τίποτα'' και σκέφτεσαι ''μαύρο'' ''σκοτάδι'' ή''λευκό''
Αλλά ακόμη ''το μαύρο'' ή 'το λευκό'' είναι κατεξοχήν σήματα του υπαρκτού -- τα χρώματα είναι ενδείξεις όρασης -- σε επιστρέφουν στη επικράτεια της ύλης.
Είναι αδύνατον να συλλάβεις το μη-υπαρκτό ως ιδέα, αίσθηση ή σημείο μέσα στο χρόνο.
Η έννοια του ''μη υπαρκτού'' είναι τόσο προσεγγίσιμη ή αποδείξιμη όσο και η έννοια του Θεού.
Οι
κοινωνίες χτίζουν κουτιά και τα ονομάζουν
παρελθόν. Είναι μια κίνηση τόσο μανιώδης
όσο και η εικόνα μιας απαρηγόρητης
μαϊμούς-μαμάς που είχα δει σε ένα
ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης: Πηδούσε από κλαδί σε κλαδί κρατώντας αγκαλιαστά το νεκρό μωράκι της αρνούμενη να πιστέψει ότι δεν είναι ζωντανό. Έτσι και μεις κουβαλάμε τις
τηλεοπτικές μας αναμνήσεις. Σαν ένα
νεκρό μωρό που αρνούμαστε να θάψουμε.
Είναι μια κίνηση που συμπυκνώνει κάτι από
την τραγική μας σχέση με τον χρόνο. Όσο
πιο πολύ εμπεδώνεις το αναπόδραστο του
χρόνου, τόσο πιο αλλοπρόσαλες πατέντες αναπτύσσεις για να παραβιάσεις τη λογική
του.
Από αυτήν την άποψη, η καταβύθιση στα
κινούμενα σχέδια είναι μια άσκηση
ονειρικής ενηλικίωσης – μια πολεμική
μηχανή του μυαλού – μια μάχη με το φορτίο
των νεκρών σημείων του παρελθόντος.
Η δεκαετία που εγκαινίασε αυτό το
παιχνίδι για μένα ήταν 1980. Τότε που η
τηλεοπτική οθόνη έμενε ανοιχτή ακόμη
και δεν είχε τίποτα να δείξει. Το πρωί
του Σαββάτου η μαμά έφευγε για λίγο από
σπίτι, γνωρίζοντας ότι ένα κάδρο με
ασπρόμαυρα χιονάκια μπορούσε να μας
καθηλώσει στο σαλόνι. Περιμέναμε να ξεκινήσει η Κάντυ Κάντυ.
Σχηματίζαμε πάνω στην ασπρόμαυρη
επιφάνεια τα πρόσωπα των ηρώων με τα
ξεχειλωμένα μάτια. Και κάπως έτσι το
κινούμενο σχέδιο ξεκινούσε επισήμως
στην οθόνη του μυαλού. Η αναμονή ήταν
μια χαλαρή τελετή μύησης στα μυστικά
της ‘αφηρημένης τέχνης’. Σε εξοικείωνε
με την ιδέα ότι δεν υπάρχουν άδειες
επιφάνειες και κενές οθόνες. Η έκσταση έδινε πρόσωπο σε όλα τα αντικείμενα.
Βέβαια
η λάμψη της Κάντυ Κάντυ εμπεριείχε κάτι
περισσότερο από την ονειρο-φρένεια της
αναμονής. Η madeinJapanορφανή ηρωίδα
της μετά Βικτωριανής Αγγλίας συνδύαζε
τη πολύπαθη φαντασία του κοριτσιού με
τα σπίρτα, τις μεταμορφώσεις της
σταχτοπούτας, τη ναζιάρικη τσαχπινιά
της Αλίκης Βουγιουκλάκη, την βουκολική
αθωότητα της Χάιντυ και το ατίθασο
πνεύμα του Τομ Σόγερ. Το κατατρεγμένο
κορίτσι με τις τεράστιες μπούκλες,
βασίλευε πάνω σε ένα κύμα μελοδραματικού
έπους. Η αφήγηση κατέστρεφε διαρκώς
ό,τι ωραίο έχτιζε μετατρέποντας ακατάπαυστα τις ειδυλλιακές εμπειρίες σε παγίδες.
Οι
μετακινήσεις από το ορφανοτροφείο σε
μια αριστοκρατική έπαυλη και από κει σε
μια εσώκλειστη σχολή δημιουργούσαν ένα
σύννεφο από χαρούμενες αναμνήσεις που επανέρχονταν σαν θολός φόντος στο τέλος κάθε επεισοδίου.
Οι παλιοί φίλοι, τα παλιά στέκια, οι
παλιές ευχάριστες συνήθειες παρέβαιναν
σαν εικαστικές σφήνες σε καλές ή κακές
στιγμές, κάνοντας σαφές σε προσχολικές
καρδιές ότι οι χαρούμενες αναμνήσεις
μπορεί να είναι εξίσου οδυνηρές με τις
θλιβερές. Το σφίξιμο στο στομάχι λοιπόν
δεν ήταν μόνο προϊόν των παθών αλλά και
των φωτεινών στιγμών. Το χρώμα της
μελαγχολίας ήταν δισυπόστατο, γιατί ο
αλυσιδωτός χρόνος των επεισοδίων
εξοικείωνε την παιδική ματιά με ένα είδος αιμοσταγούς συνείδησης: τη γνώση ότι όλα είναι
πεπερασμένα, ότι όλα θα διαλυθούν στο
φως, ακόμη και το φως της τηλεόρασης.
Όταν
η Κάντυ έτεινε να βρει την ευτυχία, μια
μετακίνηση, ένας εχθρός, η πολλές φορές
ο θάνατος ανέβαλλε την εκπλήρωση για
το επόμενο επεισόδιο. Αυτή η σπονδυλωτή
εμπειρία δεν έμοιαζε με τα παιδικά
βιβλία ή άλλες παιδικές σειρές. Όλες οι άλλες αφηγήσεις μετά από συγκεκριμένο αριθμό
σελίδων ή τη μεσολάβηση μερικών λεπτών
της ώρας ανακούφιζαν τον αναγνώστη/θεατή
τους με ένα happyend.
Το μαρτύριο της Κάντυ Κάντυ διαιωνίζονταν
διηνεκώς σε μια αμέτρητη σειρά επεισοδίων.
Ακόμη και με τις αποκαλύψεις του τελικού
επεισοδίου, η αλυσιδωτή ανάπτυξη της
συμφοράς, δεν επουλώνεται πραγματικά:
ούτε οι φίλοι που έχουν πεθάνει, ούτε η
χαμένη παιδική ηλικία γυρνούν πίσω.
Οι
δυνατότητες ευτυχίας, όταν δεν
υπονομεύονταν από τις μετακινήσεις στο
χώρο και το χρόνο, απειλούνταν από
αυστηρές ή εχθρικές φιγούρες, θετοί
ανταγωνιστικοί συγγενείς, αυστηρές
μητριαρχικές φιγούρες, καθηγήτριες και
εν γένει εκπρόσωποι θεσμών με έντονα
ταξικά στοιχεία (θετή αριστοκρατική
οικογένεια, σχολείο). Απειλές δηλαδή
που, παρά τις διάφορες αυτο-σχεδιαστικές
άμυνες, δεν εξαλείφονταν ποτέ ολοκληρωτικά
και ακολουθούσαν σαν σκιά την πορεία της
πρωταγωνίστριας. Συχνά μάλιστα οι
αδικίες δεν αποκαλύπτονται. Έτσι οι
πραγματικές διαστάσεις της μοχθηρότητας
και της αντιζηλίας γίνονται ορατές μόνο από την ίδια την ηρωίδα και
το θεατή. Η ζωή φαινεται σαν μια διαρκής
άσκηση διπλωματίας, ένας περίπλοκος
αγώνας εντυπώσεων, σε ένα κόσμο όπου οι
άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ κατά βάθος
-- μέχρι που να πεθάνουν και να γίνουν
τηλεοπτικές αναμνήσεις.
Μια
μέρα η μητέρα μου με ρώτησε τι θα έκανα
αν θα πέθαινε. Δεν ήξερα τι να της
απαντήσω. Είχα δει το θάνατο μόνο στην
τηλεόραση, σε μια παράξενη ελληνική
ταινία δηλαδή, όπου μια γυναίκα έσφαζε
ένα άντρα με το ψαλίδι. Ο θάνατος πρέπει
ήταν κάτι ακατανόητο και πιθανότατα
οδυνηρό. Έτσι είπα στη μητέρα μου ότι
θα έκλαιγα (αν και δεν έκλαιγα συχνά).
Λίγες μέρες μετά η Κάντυ και ο μεγάλος
έρωτας της παιδικής της ηλικίας, ο
Άντονι, τό 'σκασαν από την έπαυλη και
πήγαν βόλτα στην αγορά. Έκαναν διάφορα
κουλά πράγματα και σε κάποια φάση πήγαν
σε μια χαρτορίχτρα να τους πει την μοίρα
τους. Το χαρτί που έπεσε στο Άντονι
εικόνιζε ένας σκελετό που κρατούσε ένα
δρεπάνι.
Λίγες
μέρες μετά η μαμά μου σκοτώθηκε σε ένα
αυτοκινητιστικό ατύχημα και έτσι δε
πρόλαβε να δει το θάνατο του Άντονι που
έπεσε από ένα άλογο. Επίσης έχασε όλες
τις υπόλοιπες περιπέτειες και μετακινήσεις
της Καντυ, καθώς επίσης και τη δική μας
μετακόμιση από το βουκολικό τοπίο στα
βουνά της Αρκαδίας, όπου μέναμε λόγω
της μετάθεσης της στην Αθήνα. Η αδερφή
μου και γω, χάσαμε την κηδεία της μαμάς
μου, όπως η Κάντυ έχασε την κηδεία του
Άντονυ. Πολύ καιρό μετά μας είπανε ότι
η μαμά πήγε στο νοσοκομείο και από κει
στον ουρανό και ήταν θέμα χρόνου να τη
ξαναδούμε. Έτσι δεν έκλαψα καθόλου,
θεωρώντας ότι ήταν θέμα χρόνου να τα
ξαναπούμε έστω και εναερίως. Εξάλλου
στην οικογένεια μου έχουμε μια κάπως
προνομιακή σχέση με τον ουρανό: ο μπαμπάς
μου ήταν αεροπόρος, και το γεγονός ότι
αντί να πέσει με το αεροπλάνο, τράκαρε
στη γη και μάλιστα ένα τρένο, έδειχνε
περίτρανα ότι ήταν αέρας ιδανική πίστα
για όλη την οικογένεια, τη μαμά που
πέταξε σε μια άλλη διάσταση, το μπαμπά
που πετούσε με το αεροπλάνο και για μας
που πετούσαμε με το μυαλό μας μέσα σε
ένα κινούμενο σχέδιο.
Όμως
όλες αυτές οι αναλογίες με έκαναν να
αρχίσω να καταλαβαίνω τη μυστική
γεωμετρία του κόσμου. Ο πόνος της Κάντυ
ήταν παράλληλα και το μαγικό της χαρτί,
οι φίλοι που θα έχανε, το γρήγορο τέλος
της παιδικής ηλικίας, οι ταξικές αδικίες,
όλα είχαν μια υπέροχη λογική: να μάθεις
να βλέπεις τον κόσμο για πάντα σα μια
τράπουλα από μαγικά χαρτιά: τη φύση, τα
χιονάκια της τηλεόρασης, τις πολυκατοικίες,
το θάνατο των αγαπημένων σου προσώπων
και τη χαζομάρα των τηλεοπτικών σου
αναμνήσεων. Όλα όσα πέρασαν είναι ένα
κουτί που το ονομάζουμε παρελθόν και
το κρατάμε στα χέρια μας, όπως η μαϊμού
το νεκρό μωρό της, πηδώντας ασταμάτητα
από κλαδί σε κλαδί, σε μια ζούγκλα από
δορυφορικά νοήματα. Είναι ένα πολύ ωραίο παιχνίδι. Παίζεται και με άλλους τρόπους – με τη μουσική ας πούμε! Κάπου αλλού το εξηγώ αναλυτικά. Ένας άλλος ήρωας του μελό -- ο Μάνος Χατζιδάκις – έκανε απίστευτα κόλπα με το φάντασμα της μαμάς μου. Γενικώς θα μπορούσα να γράψω μια εγκυκλοπαίδεια συνομιλιών με το υπερπέραν. Τα κινούμενα σχέδια όμως έχουν μια ειδική εφαρμογή. Έρχονται και επιλύουν το χρονικό βραχυκύκλωμα που σε χτυπά όταν ας πούμε γίνεσαι μεγαλύτερος σε ηλικία από τη μαμά σου ( -- έφυγε νωρίς στα 32 της). Τότε γίνεται κάπως δύσκολο να συλλάβεις την κίνηση του χρόνου. Η ονειρική σου ενηλικίωση μπλοκάρεται. Λες 'Γίνεται να πάρω τη μαμά μου από το χέρι – σαν να είναι ένα μικρό κοριτσάκι – για να τη ξεναγήσω στο μέλλον ως ενήλικας;'
Και τότε θυμάσαι το μάθημα της οθόνης. Oι περισσότεροι άνθρωποι πατάνε ένα κουμπάκι στο τηλεκοντρόλ και βλέπουν το παρόν μέσα από τα ματιά της μαμάς τους. Μετά πατάνε ένα άλλο και επιστρέφουν στη αρχική τους όραση. Καμιά φορά πρέπει να κάνεις το αντίστροφο: να δανείσεις την δική σου όραση σου στη μαμά σου, για να δει και κείνη το μέλλον (που χάθηκε). Και τότε όλο το σου το υπαρξιακό στοίχημα με το χρόνο – συνοψίζεται – σε εκείνο το παιδικό παιχνίδι με την άδεια οθόνη: πρέπει κάθε μέρα να βουτάς μες στο κενό – μέσα σ΄ένα ψυχρό τοπίο από τηλεοπτικά χιονάκια – και να σχηματίζεις ένα νέο πρόσωπο – μια άλλη οθόνη αναμετάδοσης. Πρέπει κάθε μέρα να συμφιλιώνεσαι με την αδικία και το χάος από την αρχή.
Βρες το σήμα σου και όρμα! Υ.Γ για να δεις πως παίζεται αυτό το παιχνίδι σημάτων με τη μουσική πήγαινε εδώ
Δεν πειράζει που το μελόδραμα είναι σχεδόν πια ταυτισμένο με τη σιχασιά και τον κυνισμό της υστεροβουλίας. Η πορνογραφία του αισθήματος είναι καλύτερη από τη βικτοριανή ηθική και το προτεσταντικό κλείδωμα της έκφρασης. Είναι κλισέ αλλά αλήθεια: εδώ στο Βορρά τα σώματα ξεσπούν το απωθημένο του παράπονο μόνο μέσα στη ντίρλα της μέθης. Τον αγαπώ αυτό το τρελό διονυσιασμό των βορείων – μου αρέσει που γίνονται κουρουμπελα και ουρλιάζουν στο πάτωμα σαν χορωδία τραγωδίας. Αλλά η ικανότητα τους να γλιτώνουν από τη κομπορρημοσύνη του κιτς --τους κλειδώνει μέσα στη φυλακή ενός α-κοινωνητου trash -- που γίνεται η άλλη όψη του ανέκφραστου Σου δίνουν την εντύπωση ότι δεν μπορούν να γράψουν ένα ποίημα όταν είναι μεθυσμένοι (ψέμματα μπορούν). Αντίθετα στα έντεχνα καρναβάλια αισθηματικότητας – όπως και μέσα στις πίστες των σκυλάδικων – αισθάνεσαι ότι μπορείς να ανθίσεις όπως στη μουσική καρέκλα του ψυχαναλυτή (και πάλι ψέμματα, νομίζεις ότι μπορείς)
Το πραγματικό πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι το ''μεθύσι του μελοδράματος'' ισχυροποιεί μια αυστηρή αγωγή ευπρέπειας -- ιεραρχεί την έννοια του σοβαρού – πετσοκόβει την έννοια του νέου.
Γενικώς στατικοποιεί το νόημα της ιερότητας -- βάζει τη συγκίνηση πάνω σε βάθρο – την προσφέρει για προσκύνημα – τη μετουσιώνει σε Κανόνα.
Υπάρχει μια θρησκευτική βιαιότητα σε όλο αυτό – που στρέφεται εναντίον σου... και σε καταπλακώνει -- την έχω περιγράψει ως 'καράτε κιτς'' – και την επαναλαμβάνω κατά λέξη εδώ:
Καράτε κιτς είναι όταν αθωώνεις ένα αμφιλεγόμενο''τοτέμ'' αιώνες μετά την παγίωση της λατρείας του. Μοιάζεις με εκείνον τον ήρωα της ελληνικής ταινίας που έγραψε αστυνομικό μυθιστόρημα με τίτλος ''Ο δολοφονος ήταν ο γιατρός''. Είναι σαν να διαλαλείς ''βρήκα τη λύση'' σε ένα μυστήριο έχει διελευκανθεί εδώ και χρόνια. Η ψευδο-επίλυση ενός παλιού μη-μυστηρίου στραγγαλίζει την επίλυση του μοναδικου μυστηρίου που έχει σημασία: του μυστηρίου του παρόντος. Ψευδο-αποκαλύπτοντας το δολοφόνο του παρελθοντος (που όλοι ξέρουν και αναγνωρίζουν) στη ουσία συμμετέχεις στη δολοφονία του παρόντος.
Είναι η ανάδειξη του κιτς σε πολεμική μηχανή.
μια τακτική που λειτουργεί σαν πολιτισμικό νίτζα: ακινητοποιεί στο χρόνο -- σπάει τα κόκαλλα της ιστορικότητας -- σφαζει το νέο. Καράτε Κιτς είναι για παράδειγμα η ΄'έντεχνη'' ανακάλυψη της ''ροκ'' αιώνες μετά την ηρωποίηση της μέσα στο εικονοστάσιο της μοντέρνας κουλτούρας -- η χρήση δοσμένων ηρωικών μοντέλων -- τρόπων να είσαι -- να δείχνεις -- να υποφέρεις ( η εικονογράφηση των τύπων του περιπατητή, του μποέμ, του καλλιτέχνη με βάση τα ψευδή πρότυπα του 19ου αιώνα).
Είναι ο θοδωράκης, τα ταμπούρλα και οι συναυλίες.
Κιτς εἰναι δολιοφθορα κάθε νέας ηρωικής ενέργειας στο όνομα μιας παλιάς, ιερής και παγιωμένης φόρμας ηρωισμού (που έχει γίνει αρκετά ''αναγνωρίσιμη'' ώστε να μπορεί να υποδυθεί τον εαυτό της).Κιτς είναι το όπιο της μοντερνικότητας -- μια αὀρατη και διεισδυτική μορφή καταπίεσης.
Όλα όσα λέω για το καράτε κιτς ισχύουν για τη δημόσια έκφραση δέους και κάλλους που συνόδευσε το κλείσιμο της ερτ.
Με μια διαφορά – ζούμε σε διαφορετικό ιστορικό περιβάλλον.
Ζούμε μια μαζική καταστροφή – και δεν μπορούμε ακριβώς να υπαγορεύουμε τα ναρκισσιστικά αγχολυτικά των άλλων. Είναι απλά ωραίο που κλαίμε δημοσίως -- έτσι απλά -- από μόνο του. Ακόμη και αν ο θρήνος είναι μια πιρουέτα. Μια παρωδία του εαυτού του.
Την ίδια στιγμή στην Αγγλία -- με άπειρους ανέργους και απελπισμένους -- κάνουμε ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Αφήνουμε τις χειροβομβίδες να σκάμε μέσα μας και παρακολουθούμε τη βεβιασμένη χαρά των άλλων. Το αγγλικό facebook μοιάζει σαν ένα εικαστικό νεκροταφείο εκτός της ιστορίας – μια καφκική φάρσα. Μια γιορτή ψυχικού θράσους που σε βυθίζει στην παράνοια και στην ασφυξία.
Από αυτήν την άποψη, ίσως είναι καλύτερο να πας από καράτε παρά από πνιγμό. Και κάπως έτσι αισθάνομαι τώρα τελευταία για την ελληνικό κτις -- το έχω αποκαλέσει: avant-garde μελό. Το επαναλαμβάνω κατά λέξη εδώ: Όσο πιο πολύ ''τριτοκοσμολογείται'' η ελλάδα -- τόσο πιο πολύ ερεθίζει τις τάσεις φυγής σου -- δηλαδή εξισώνει τον επαναπατρισμό με ένα σαφάρι εξωτικής απόγνωσης. Παλιά λέγαν τα έντεχνα ταγάρια: ''θέλω να πάω στην αφρική, να φοράω τουρμπάνια, να ζω σε ένα αντίσκηνο (και εσύ ήθελες να πατήσεις τη σκανδάλη στο μπαζούκας). Τώρα όμως οι ίδιες φωνές γίνονται το κάστιν στο μελόδραμα που ονειρεύτηκαν.
Οι κορώνες -- οι βραχνές φωνές -- τα μελίρρυτο κιτς -- οι κιθάρες την παραλία -- τα γένια, τα πουκάμισα και οι ιδρωμένες μασχάλες -- το ανοικονόμητο σταριλίκι της πατσαβούρας και του μουστακαλή -- πλέκουν το σάουντρακ ενός ονείρου που γίνεται ιστορία. Η πεμπτουσία της πόζας επιστρέφει στη γη του πραγματικού. Αυτή η γειτνίαση της χαζομάρας με την τραγωδία μεταμορφώνει το μελό σε ένα είδος πρωτοπορίας.
[Και λέω στον εαυτό μου: αν δεν σε νοιάζει ποιος καταλαβαίνεις τη φωνή σου -- αν μπορείς να ζήσεις χωρίς κοινό και χωρίς χειροκρότημα--μέσα σε ένα αντίσκηνο από τσιμέντο
Γύρνα στην 'Ελλάδα και θα ζούμε σαν άγρια σκυλιά όλη μέρα.]
Μπορεί να υποστηρίζουμε το ιδεώδες του δημόσιου αγαθού της πληροφορίας- τη στρατηγική σημασία των συμμαχιών -- τον ευνοϊκό πόλεμο των εντυπώσεων -- τη διεθνη κατακραυγή -- την ελπίδα να πέσει μια ακροδεξιά κυβέρνηση.
Αλλά πια έχουμε πάρει και μερικά ιστορικά μαθήματα. Όσες πολιτισμικές κωλοτουμπες και να κάνουν, όσους θούριους και να τραγουδήσουν, όση επαναστική ψυχανάλυση και να ξεδιπλώσουν στου δέκτες, οι γραφειοκρατικοί θεσμοί είναι φυσει και θεσει ανεπαρκείς να εκπληρώσουν οποιοδήποτε πρωτοποριακό ρόλο -- θα είναι πάντα ένα βήμα πίσω -- ένας συμβολισμός που θα παντρεύει την ελπίδα (του πολιτισμού) με την διαρκή της αναίρεση.
Εν ολίγοις ένας συμβολισμός αδικίας -- δευτερεύουσας σημασίας όμως -- μπροστά στην πρωτεύουσα κτηνωδία των ιδιωτικών μμε και της ηγεμονικής βαρβαρότητας.
Στο μεταξύ όμως έχουμε τρόπους να ανιχνεύουμε την ''πρωτοπορία'' και την ελπίδα της αλλαγής -- μπορούμε να περάσουμε από τη γκρίνια περί συμβόλων στο έδαφος της πράξης.
Στον τομέα της πληροφορίας έχει ήδη γίνει μια επανάσταση -- των κάτω απέναντι στους πάνω. Δεν μας λείπει ακριβώς το 'επαναστατικό υποκείμενο'' -- δεν ζούμε σε μια αδιαφανή εποχή --δεν είναι το 1950 ούτε το 1980.
Εχουμε μπροστά μιας μια μεγάλη πασαρέλα ταλέντου -- καρφιτσωμένη πάνω στον ψηφιακό ή αυτοσχεδιαστικό θώρακα της εποχής μας.
Στραπατσαρισμένες φωνές που έχουν αναγάγει την πληροφορια σε νομαδικό ύφος ζωής
και έχουν διεκδικήσει τη συμμετοχή τους στη δημόσια σφαίρα με άλλους όρους ''συναλλαγής΄''
Εχουν μετουσιώσει το ''ναρκισσισμό'' τους σε συμβολικό κεφάλαιο και έτσι έχουν διαδώσει μια νέα ανταγωνιστική αντίληψη της αξίας.
Να μια εναλλακτική οικονομία προσωπικής καταξίωσης μέσα στα χαλάσματα.
Οταν λοιπόν η ερτ μεταδίδει σήμα χωρίς μισθό -- αντιγράφει ελαφρώς σαν φάρσα -- μια ιστορική πρωτοπορία που την έχει ξεπεράσει.
Ζουν μια διαρκώς έκτακτη κατάσταση και εκπέμπουν σήμα από το πουθενά.
Αυτός ο ιδιος κόσμος υποστηρίζει την ερτ και στέκεται στο πλευρό της -- αλλά παράλληλα γνωριζει καλά μια πικρή αλήθεια.
Όλα τα συνθηματα του κόσμου -- δεν μπορούν κρύψουν -- σαν φύλλο συκής -- τον πλούτο της παροντος και την ιστορική γνώση που το συνοδεύει.
Αν έρθει ποτέ η άνοιξη στην ελλάδα -- δεν θα έρθει από μεταμορφώσεις της γραφειοκρατίας -- αλλά από νομαδικά, παραμορφωμένα και υπερ-μορφωμενα τρολ -- απο σημειωτικές εκρήξεις.
ζήτω λοιπόν η ερτ
αλλά πάνω απ' 'ολα ζήτω οι δημόσιοι υπάλληλοι του πάθους -- ζήτω οι άποροι ταχυδρόμοι του παρόντος!
Πάντως αυτό που κάνει ο ιησους πάνω στο σταυρό -- το τέντωμα των χεριων -- είναι μια σωματική στάση της γιόγκα και ταυτόχρονα μια εκαστική προπαγάνδιση της φιλοσοφίας της.
Λέει ο εβραίος-χίπης -- ''εφόσον το πνεύμα σου είναι το σώμα σου και το σώμα σου είναι το πνεύμα σου -- κάθε φορά που τεντώνεις το ένα μέσα στο άλλο -- υπερβαίνεις το διαχωρισμό τους.
Ο σταυρός είναι μια ποιητική αλληγορία -- ο οριζόντιος ιστορικός χρονος (δηλαδή ο ο κοσμικός, πολιτικός χρόνος) συναντιέται με το κάθετο χρόνο της υπέρβασης (το χρόνο της ουτοπίας, της ανατροπής, της μετα-ιστορίας).
Και έτσι κάθε φορά που ανοίγεις τα χέρια σου -- παραδομένος στην τεχνολογία ενός βασανιστηρίου -- πετάς.
η συμβολική εικονογραφία όλων των λατρευτικών παραδόσεων επικοινωνεί και συμμετέχει στο μεγάλο στόχο της πτήσης!
Όσο πιο πολύ ''τριτοκοσμολογείται'' η ελλάδα -- τόσο πιο πολύ ερεθίζει τις τάσεις φυγής σου -- δηλαδή εξισώνει τον επαναπατρισμό με ένα σαφάρι πρωτοποριακής απόγνωσης.
Παλιά λέγαν τα έντεχνα ταγάρια: ''θέλω να πάω στην αφρική, να φοράω τουρμπάνια, να ζω σε ένα αντίσκηνο -- (και εσύ ήθελες να πατήσεις τη σκανδάλη στο μπαζούκας)
Τώρα όμως οι ίδιες φωνές- γίνονται τραγικοί ήρωες στο εξωτικό μελόδραμα που ονειρεύτηκαν.
τώρα οι μελό κορώνες -- οι βραχνές φωνές -- τα μελίρρυτο κιτς -- οι κιθάρες την παραλία -- τα γένια, τα πουκάμισα και οι ιδρωμένες μασχάλες -- το ανοικονόμητο σταριλίκι της πατσαβούρας και του μουστακαλή -- πλέκουν το σάουντρακ ενός ονείρου που γίνεται ιστορία.
Με άλλα λόγια: το μελόδραμα -- η πεμπτουσία της πόζας -- επιστρέφει στη γη του πραγματικού.
Το μοντάζ της ιστορίας -- δηλαδή η γειτνίαση της χαζομάρας με την τραγωδία -- μεταμορφώνει το μελό σε πρωτοπορία.
[ Γι αυτό το λόγο, αν δεν σε νοιάζει ποιος καταλαβαίνεις τη φωνή σου -- αν μπορείς να ζήσεις χωρίς κοινό και χωρίς χειροκρότημα-- χωρίς την αναγνώριση του δήμου ή των σοφιστών
--μέσα σε ένα αντίσκηνο από τσιμέντο
-- γύρνα στην 'Ελλάδα
και θα ζούμε σαν άγρια σκυλιά όλη μέρα.]
Πολλοί από μας σιχαινόμαστε τους τόπους που παρήγαγαν το πρόσωπο μας-- τα πανεπιστήμια, τους πολιτισμικούς οργανισμούς, τα μμε.
Βγάζουμε σπυράκια με τους μηχανισμούς που τα διαπερνούν -- το θεσμικά επιτελεία που τα στελεχώνουν -- το κοινό που προσελκύουν...
Είναι τόποι τραυματικοί -- υλοιποιούν και ταυτόχρονα διαψεύδουν -- όλες τις σύγχρονες φορμές ουτοπικότητας -- διεκτραγωδούν το συνδυασμό πνευματικότητας, coolness και ερωτικότητας -- κανιβαλίζουν όλα τα νεανικά σου όνειρα
Και έτσι εμπνέουν μίσος και όνειρα καταστροφής --
Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, όταν μια κυβέρνηση κλείνει ένα τηλεοπτικό σταθμό -- δανείζεται τα σχήματα μιας μυθολογίας άρνησης
και έτσι δημιουργεί ένα είδος σκοτεινής ριζοσπατικότητας.
Δεν είναι η θεωρία των δύο άκρων -- είναι η μαζική κουλτούρα των άκρων μέσα σε εξουσιαστικό μανδύα.
Η καταστροφή είναι ένα mainstream genre
Το κλειισμο της ερτ είναι μια κίνηση δραματουργικά ισοδύναμη της δολοφονίας των βαρετών αλλά αξιαγάπητων πρωταγωνιστών του Games of Thrones.
¨Οπως και τα θύματα του σίριαλ, η ερτ είναι μια μητριαρχική φιγούρα. Θες να είναι εκεί αν και δεν την παρακολουθείς.
Αποκτά ενδιαφέρον μόνο όταν κάποιος τη σκοτώνει.
Υπό αυτήν την έννοια η κυβέρνηση μετουσιώνει την εικονογραφία της καταστροφής σε εξουσιαστικό σίριαλ ριζοσπαστικότητας.
Είναι ακριβώς που βλέπουμε να κάνει η χρυσή αυγή, μόνο που τώρα γινεται από κυβερνητικό θώκο.
Μια άμεση, κινηματογραφική, αδιαμεσολάβητη κίνηση που απαντά στα ονειρικά μοντέλα -- τους κοινούς τόπους του πολίτη τηλεθεατή
''θα κάψω την τηλεοραση'' ή του αντι-συστημικού ριζοσπάστη ( αντε γαμήσου δημοσιογράφε ρουφιάνε.Το απολιτικό φαντασιακό γίνεται mainstream πολιτική κίνηση.
Και κάπως έτσι νιώνουμε ένα κίνημα σκοτεινής ριζοσπατικότητας --
μια έξοχη θεαματικοποίηση του φασισμού. Ένα πρωτόλειο αριστούργημα επικοινωνιακης κτηνωδίας.
είμαι ενθουσιασμένος που το παρακολουθώ μέσα στην πείνα μου.