4.7.13

οι χίπστερ πλύστρες του κινήματος.

Καμιά φορά αισθάνομαι ότι η κριτική προς τον κόσμο των hipsters είναι άδικη.

Το αισθάνομαι ας πούμε όταν παρακολουθώ από κοντά την πασαρέλα των ακαδημαϊκών και των αγωνιστικών κύκλων και  πέφτω πάνω σε ένα ορυμαγδό από γλείφτες, σπασικλάκια και φελούς. Κυρίως πλουσιες ΞΕΝΕΡΩΤΕΣ κρυφο-ΚΑΤΙΝΕΣ -- με φαντασία λογίστριας και συμπεριφορά γκρουπούσκουλου σε φράξιες προστασίας της δογματικής παρθενοραφής.

Το κυνικό μπούτι της  Madonna κάτω από τη κυτταρίτιδα του μελό. 

Τέτοια άτομα μονοπωλούν το δημόσιο λόγο -- τη βιτρίνα του μαγαζιού -- και βυθίζουν την  performance της πολιτικής μέσα στην απελπισία της μετριότητας.

Δεν υπάρχει πιο απαισιοδοξο πράγμα από το να βλέπεις χλιαρούς και αταλάντους να κυβερνούν ακόμη και τη χαρούμενη στρατιά της α-κυβερνησίας.

Χίλιες φορές τα πάρτι των χίπστερ -- η χαζομάρα της αγελάδας -- η ντίσκο μπολ στο κέντρο της φτώχιας -- και το βλέμμα που σε κόβει από πάνω μέχρι κάτω -- για να σου μετρήσει ένα νούμερο  στιλιστικού κύρους
-- παρά η ψευδή συντροφικότητα συμπλεγματικών νάρκισσων (που είναι ικανοί να σε σφάξουν στο γόνατο για λίγους πόντους επαναστικής αίγλης)

Η αριστερά είναι γεμάτη από πανέμορφα παιδιά -- αστραφτερές παρουσίες -- ακτινοβόλες υπάρξεις

Τα πιο ερωτικά  και κυρίως τα πιο μοντέρνα παιδιά που γνώρισα ποτέ έχουν πολιτική συνείδηση και συμπεριφορά.

Δεν μπορώ να φανταστώ ένα μοντέρνο άνθρωπο χωρίς ανατρεπτική πολιτική σκέψη.


Η μαρκίζα της αριστεράς όμως είναι γεμάτη από κατσαρίδες που ποζάρουν σαν πνευματικά παιδιά του Κάφκα...-- μικροί γλοιώδεις στάλιν -- τα ανθρωπάκια του Τσιρκα με τσιχλόφουσκες-- τα λέγκο της συγχρονης γραφειοκρατίας ..

Αυτές οι αρχι-χορεύτριες του κινήματος είναι συχνά  και οι πιο στυγνοί υπονομευτές του.

Γιατί όσο αστοιχείωτος και να σαι -- όσο φτωχός και απολιτικά απαίδευτος --  τη ματαιοδοξία, τον κύνισμο και την κατινιά την οσμίζεσαι.

Αν έχεις φατσα κάρτα ανθρώπους που στάζουν υποκρισία και σκέρτσο -- δε το γλιτώνεις το στραπάτσο μιας μετωνυμίας:
είναι κρίμα κι άδικο όλο το προοδευτικό μέτωπο να συνοψίζεται στο κατουρημένο λιπ-γκλος της μιας ή της άλλης πριμαντόνας...



you are your screen [είσαι η οθόνη σου]

The problem is that, when making a movie, you cannot erase and rewrite scenes as fast as you erase and re-write human faces in a text ....

that is exactly why we need an Open Montage - a solar type of editing - one  in which you click telepathically - from the camera-pen  to the pen-mind -

and clap!! you automatically change the tint in the lipstick of the protagonist who says

''Alec, drop down this suitcase and slap with me with your tongue''

H μαλακία είναι ότι, όταν φτιάχνεις μια ταινία, δεν μπορείς να σβήνεις και να ξαναγραφεις σκηνές με την ίδια ταχύτητα που σβήνεις και ξανα-γράφεις προσωπα  σε ένα κείμενο....

γι αυτό ακριβώς χρειάζομαστε ένα ανοιχτό μοντάζ -- ηλιακού τύπου -- να κάνεις κλικ τηλεπαθητικά -- από την οθόνη-στυλο -- στο στυλό--μυαλό
 και να αλλάζει αυτόματα η απόχρωση στο κραγιόν της πρωταγωνίστριας όταν λέει

''αλέκο, άσε κάτω αυτή τη βαλίτσα και χαστούκισε με ένα γλωσσόφιλο'' 






                                                                                


                                                                                    



                                                                         




                                                                   


3.7.13

μη φοβάσαι το face-writing

Χαμογελώ με τις φοβικές αντιδράσεις στη δημοκρατικοποίηση --δηλαδή ψηφιοποίηση -- της εξομολόγησης.

Το facebook φανέρωσε σε ένα ευρύ κοινό αυτό που αποκαλούμε '' θάνατο του συγγραφέα''
Τώρα πια όλος ο κόσμος αρχίζει να καταλαβαίνει ότι ο ''συγγραφέας'' -- δεν είναι ακριβώς ''ένα μυθικό χαρισματικό πρόσωπο'' -- αλλά μια γλώσσα -- μια πίστα -- ενα σύστημα δυνατοτήτων αυτο-ξεδιπλώματος
(στο οποίο έχεις ή δεν έχεις πρόσβαση)

Η παραγωγή του πορταίτου σου μέσα από λεξεις, εικόνες και σημεία στίξης -- ξαφνικά αναδύθηκε σαν μια συλλογική προοπτική -- ''δως μου και μένα μια σελίδα -- και θα σου δείξω τι μπορώ να κάνω''

[σε πείσμα αυτού του αιτήματος σελίδες δίνονταν και εξακολοθούν να δίνονται σε λίγους]

Η γραφή όμως έγινε ξαφνικά μια θάλασσα -- ένας κρύσταλλος -- όπου όλοι μπορούμε να κολυμπήσουμε.

Η ''αυτο-εξομόλογηση'' του timeline δεν είναι μια λανθάνουσα μορφή ναρκισσισμού --το αντίθετο!
Σκάει σαν μια πανυγηρική απο-ενοχοποιήση του ναρκισσισμού --

Μια τεχνολογία αυτο-μάγευσης μέσα στο στόμα του φόβου.

Αυτό που κάποτε συνιστούσε την προνομιακή χρήση μιας ελίτ -- η αυτο-μυθολόγηση ως αντίδοτο στην απόγνωση --

τώρα εκχωρείται -- ανοίγεται -- (εν δυνάμει) -- στους πάντες.

27.6.13

rewind: το Μπριάμ της Σίλβια Πλαθ.

Kάθε φορά που κάνω κάτι ωραίο στο φούρνο αναπνέω αλουμινόχαρτο --

Το χω καταλάβει απο παλιά: η μαλακισμένη σπασίκλω -- η Σίλβια Πλαθ-- δεν πήγε από γκάζι φούρνου.
Πήγε από μνημονική άσκηση στην εισπνοή. [εσκεμμένη διέγερσης της μνήμης μέσα από τις  αναθυμιάσεις της μελιτζάνας και της κόκκινης πιπεριάς] .

Η Σίλβια ήταν θύμα των αναβολικών της ποίησης (εκτός από αναθυμιάσεις, βάλε στη λίστα ουσίες, αλχημείες και τηλεοπτικές αναμνήσεις).

Ο θάνατος της ήταν ένα ατύχημα πρωταθλητισμού. Όπως όλα στη ζωή της. Κυνηγούσε τα πρωτεία σαν αρπακτικό.  Βουλιμία για χειροκρότημα.

''Eίμαι η πιο καλή φοιτήτρια και ο συζυγος μου ειναι σταρ και θα γίνω η πρώτη ποιήτρια, ακόμη και αν πρέπει να κάνω τις φλέβες μου μπριάμ''



Γι αυτό την απεχθάνεσαι. Όπως κάθε καριερίστα που δοξάζεται ως θύμα.

Κανένας οίκτος για αρπακτικά που αυτο-γρατζουνίζονται (την ώρα που ακονίζουν τα νύχια τους)

 Μετά επιστρέφεις στη μαγειρική. Μέσα στο μπριάμ βάζεις ξύσμα πορτοκαλιού  και ολόκληρο κομμάτι πορτοκάλι -- και μπουμ. Η αλχημεία της πατάτας χτυπάει πάνω σην οργή. Συμφιλιώνει απαλά την πίκρα με το σύμπαν.
το τροπάρι αλλάζει:

 καμιά φορά έρχεται πρώτο αυτός που έχει ζήσει πιο σκληρά το φόβο του τελευταίου.
 Η κορυφή είναι αποτύπωμα του πάτου. Ο θρίαμβος αποτυπώνει το σχεδιάγραμμα μιας συντριβης.
Νίκη είναι ο πανικός του ηττημένου -- μια πρωτιά στο φόβο!  

 Γύρνα το χάρτη ανάποδα. Το πάνω και το κάτω δεν υπάρχουν. Είναι αυθαίρετες σημάνσεις.
 Όλες οι αναπαράστεις του χώρου -- όλες οι ιεραρχίες του υψηλού --
 καμουφλάρουν μια κίνηση του μυαλού που αποκαλούμε ίλιγγο.

Όλα τακτοποιούνται μέσα στο φόβο: ανεβαίνει αυτός που πέφτει.

 Γενικώς όλοι πέφτουμε -- η σταθερότητα είναι μια απάτη :  τα σημεία του ορίζοντα -- ο χάρτης του υψηλού και του χαμηλού -- η διακριση ισχυρού και του ασθενούς-- όλα είναι συμβολικές μεταμφιέσεις φόβου -- μια διαρκής μετατοπίση.


Το πάνω και το κάτω ορίζονται κάθε μέρα από την αρχή.  Είναι ένας διακανονισμός που αποκαλούμε ''βαρύτητα''.
Σκάει μέσα στο σώμα σου σαν συναγερμός --ένα αυτοσχεδιασμός των αισθήσεων. Αν ζήσεις λίγο σαν αστροναύτης το βλέπεις ακόμη πιο ανάγλυφα -- σαν μια κωλοτούμπα στο κενό!


 
Πάνω -κάτω, πρώτος-τελευταίος: όλα  αλλάζουν θέση διαρκώς σε μια διαρκή τροχιά γύρω από το φόβο

Γι αυτό σου λέω: 'Ασε τη Σίλβια ήσυχη, πάψε να γκρινιάζεις και φάε λίγο μπριάμ.

                                                                         

21.6.13

Mια μπριζόλα σκέψης παρακαλώ


Θα στο εξηγήσω για να το καταλάβεις μπρε -- γιατί δεν το έχεις χωνέψει ακόμη -- η μεγαλο-δημοσιογραφος, η μεγαλο-πανεπιστημιακός, ο πολιτικός φουφουτος --όταν κουβεντιάζουν -- δεν ζουνε μέσα στη θεία σκέψη του Αριστοτέλη.

Οταν χτίζουν επιχειρηματα σφάζουν την ηθική στο όνομα της ηθικής με την ίδια καθαρή συνείδηση που αγοράζουμε κρέας από το σουπερμάρκετ:

Οταν ψωνίζουμε μπριζόλες αυτό που μας νοιάζει είναι αν το κρεας είνα νόστιμο και φθηνό -- το 'ηθικό' περιεχόμενο της σφαγής είναι εκτός θέματος. Είναι πέρα από την περιοχή της σκέψης μας και της συγκινισιακής μας συγκρότησης.

Εχθρός της μεγαλο-δημοσιογραφου, της  μεγαλο-πανεπιστημιακού και του πολιτικού φούφουτου δεν είναι αυτός που αγνοεί την αλήθεια της ηθικής αλλά αυτός που ντύνει την υπεράσπιση ενός ανταγωνιστικού συμφέροντος μέσα ένα από ένα καινοφανές ηθικό 'ρούχο' -- η 'ηθική΄ εδώ γίνεται ένα αξεσουάρ (φόνου)

Εχθρός ξαφνικά είναι αυτός που μεταμορφώνει το ''κρέας'' σε σφαγμένο πρόσωπο -- δηλαδή σε ηθική κατηγορία.

Μια γλώσσα που στάζει αίμα!

Κάπως έτσι τα  λογικά επιχειρήματα -- οι αρετές της σκέψης -- μεταμορφώνονται σε πολεμικές μηχανές

 Δίπλα στο καρναβάλι των συμφερόντων -- αυτή ή αυτός που φοράει ένα νέο εκκεντρικο κουστούμι γνωσιοθεωρίας-- θα μοιάζει λιγάκι σαν ένα υπαρξιακό ανέκδοτο -- ένα χαλασμένο φωνήεν -- ένα μυγάκι  που καίγεται πάνω σε καλοκαιρίνη λάμπα στριγγλίζοντας -- μη μου τους κύκλους τάραττε καλέ''
τζζζζζζ

Όμως αυτός ο σπινθήρας θα βάλει φωτιά τα καλώδια.  Κάποιος, κάποια, κάτι -- θα εμφανιστεί από το πουθενά -- και θα σακατέψει το φως στο δωμάτιο -- βυθίζοντας τους χασάπηδες  στο κάψιμο της οντολογίας!


Και μια μέρα μια μεγαλο-δημοσιογραφος θα ξεκινήσει το δελτίο λέγοντας:

Δεν μπόρεσα να τετραγωνίσω το πάθος-- συγνώμμη και αντίο!

Όπλο στο κρόταφο, σκανδάλη και μπουμ_
                                                 

                 
                                                                  

20.6.13

δεν υπάρχεις λέμε


H διάκριση οργανικής και ανόργανης ζωής είναι κάτι σαν το κουτσομπολιό του σύμπαντος.

 Το αν είσαι άνθρωπος ή πέτρα έχει τόση σημασία για το ''υπαρκτό'' κόσμο, όσο και το πεντικιούρ του Νότη Πότη για το αστρικό οικοσύστημα της Ανδρομέδας.

Το ερώτημα ήταν, είναι και θα είναι: τι στο διάολο χωρίζει το είναι από τη μη-είναι;
Πως μπορείς δηλαδή να συλλάβεις το 'μηδέν' -- το τίποτα -- το ''μη-υπαρκτό'';

Απλά δεν γίνεται! -- μπορείς να το εκφράσεις μέσα στη γλώσσα, με γράμματα και σύμβολα --σαν μια εξίσωση ας πούμε -- ή στο εσωτερικό μιας εικόνας του Υπαρκτού.

Λες ας πούμε ''τίποτα'' και σκέφτεσαι  ''μαύρο'' ''σκοτάδι'' ή''λευκό''

Αλλά ακόμη ''το μαύρο'' ή 'το λευκό'' είναι κατεξοχήν σήματα του υπαρκτού -- τα χρώματα είναι ενδείξεις όρασης -- σε επιστρέφουν στη επικράτεια της ύλης.

Είναι αδύνατον να συλλάβεις το μη-υπαρκτό ως ιδέα, αίσθηση ή σημείο μέσα στο χρόνο.

Η έννοια του ''μη υπαρκτού'' είναι τόσο προσεγγίσιμη ή αποδείξιμη όσο και η έννοια του Θεού.

Το μη-υπαρκτό δεν υπάρχει...


18.6.13

Η Κάντυ Κάντυ και η Οθόνη σου.

Οι κοινωνίες χτίζουν κουτιά και τα ονομάζουν παρελθόν. Είναι μια κίνηση τόσο μανιώδης όσο και η εικόνα μιας απαρηγόρητης μαϊμούς-μαμάς που είχα δει σε ένα ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης: Πηδούσε από κλαδί σε κλαδί κρατώντας αγκαλιαστά το νεκρό μωράκι της αρνούμενη να πιστέψει ότι δεν είναι ζωντανό. Έτσι και μεις κουβαλάμε τις τηλεοπτικές μας αναμνήσεις. Σαν ένα νεκρό μωρό που αρνούμαστε να θάψουμε. Είναι μια κίνηση που συμπυκνώνει κάτι από την τραγική μας σχέση με τον χρόνο. Όσο πιο πολύ εμπεδώνεις το αναπόδραστο του χρόνου, τόσο πιο αλλοπρόσαλες πατέντες αναπτύσσεις για να παραβιάσεις τη λογική του.

Από αυτήν την άποψη, η καταβύθιση στα κινούμενα σχέδια είναι μια άσκηση ονειρικής ενηλικίωσης – μια πολεμική μηχανή του μυαλού – μια μάχη με το φορτίο των νεκρών σημείων του  παρελθόντος. Η δεκαετία που εγκαινίασε αυτό το παιχνίδι για μένα ήταν 1980. Τότε που η τηλεοπτική οθόνη έμενε ανοιχτή ακόμη και δεν είχε τίποτα να δείξει. Το πρωί του Σαββάτου η μαμά έφευγε για λίγο από σπίτι, γνωρίζοντας ότι ένα κάδρο με ασπρόμαυρα χιονάκια μπορούσε να μας καθηλώσει στο σαλόνι. Περιμέναμε να ξεκινήσει η Κάντυ Κάντυ. Σχηματίζαμε πάνω στην ασπρόμαυρη επιφάνεια τα πρόσωπα των ηρώων με τα ξεχειλωμένα μάτια. Και κάπως έτσι το κινούμενο σχέδιο ξεκινούσε επισήμως στην οθόνη του μυαλού. Η αναμονή ήταν μια χαλαρή τελετή μύησης στα μυστικά της ‘αφηρημένης τέχνης’. Σε εξοικείωνε με την ιδέα ότι δεν υπάρχουν άδειες επιφάνειες και κενές οθόνες. Η έκσταση έδινε πρόσωπο σε όλα τα αντικείμενα.

Βέβαια η λάμψη της Κάντυ Κάντυ εμπεριείχε κάτι περισσότερο από την ονειρο-φρένεια της αναμονής. Η made in Japan ορφανή ηρωίδα της μετά Βικτωριανής Αγγλίας συνδύαζε τη πολύπαθη φαντασία του κοριτσιού με τα σπίρτα, τις μεταμορφώσεις της σταχτοπούτας, τη ναζιάρικη τσαχπινιά της Αλίκης Βουγιουκλάκη, την βουκολική αθωότητα της Χάιντυ και το ατίθασο πνεύμα του Τομ Σόγερ. Το κατατρεγμένο κορίτσι με τις τεράστιες μπούκλες, βασίλευε πάνω σε ένα κύμα μελοδραματικού έπους. Η αφήγηση κατέστρεφε διαρκώς ό,τι ωραίο έχτιζε μετατρέποντας ακατάπαυστα τις ειδυλλιακές εμπειρίες σε παγίδες. 

Οι μετακινήσεις από το ορφανοτροφείο σε μια αριστοκρατική έπαυλη και από κει σε μια εσώκλειστη σχολή δημιουργούσαν ένα σύννεφο από χαρούμενες αναμνήσεις που επανέρχονταν σαν θολός φόντος στο τέλος κάθε επεισοδίου. Οι παλιοί φίλοι, τα παλιά στέκια, οι παλιές ευχάριστες συνήθειες παρέβαιναν σαν εικαστικές σφήνες σε καλές ή κακές στιγμές, κάνοντας σαφές σε προσχολικές καρδιές ότι οι χαρούμενες αναμνήσεις μπορεί να είναι εξίσου οδυνηρές με τις θλιβερές. Το σφίξιμο στο στομάχι λοιπόν δεν ήταν μόνο προϊόν των παθών αλλά και των φωτεινών στιγμών. Το χρώμα της μελαγχολίας ήταν δισυπόστατο, γιατί ο αλυσιδωτός χρόνος των επεισοδίων εξοικείωνε την παιδική ματιά με ένα είδος αιμοσταγούς συνείδησης: τη γνώση ότι όλα είναι πεπερασμένα, ότι όλα θα διαλυθούν στο φως, ακόμη και το φως της τηλεόρασης. 




Όταν η Κάντυ έτεινε να βρει την ευτυχία, μια μετακίνηση, ένας εχθρός, η πολλές φορές ο θάνατος ανέβαλλε την εκπλήρωση για το επόμενο επεισόδιο. Αυτή η σπονδυλωτή εμπειρία δεν έμοιαζε με τα παιδικά βιβλία ή άλλες παιδικές σειρές. Όλες οι άλλες αφηγήσεις μετά από συγκεκριμένο αριθμό σελίδων ή τη μεσολάβηση μερικών λεπτών της ώρας ανακούφιζαν τον αναγνώστη/θεατή τους με ένα happy end. Το μαρτύριο της Κάντυ Κάντυ διαιωνίζονταν διηνεκώς σε μια αμέτρητη σειρά επεισοδίων. Ακόμη και με τις αποκαλύψεις του τελικού επεισοδίου, η αλυσιδωτή ανάπτυξη της συμφοράς, δεν επουλώνεται πραγματικά: ούτε οι φίλοι που έχουν πεθάνει, ούτε η χαμένη παιδική ηλικία γυρνούν πίσω.

Οι δυνατότητες ευτυχίας, όταν δεν υπονομεύονταν από τις μετακινήσεις στο χώρο και το χρόνο, απειλούνταν από αυστηρές ή εχθρικές φιγούρες, θετοί ανταγωνιστικοί συγγενείς, αυστηρές μητριαρχικές φιγούρες, καθηγήτριες και εν γένει εκπρόσωποι θεσμών με έντονα ταξικά στοιχεία (θετή αριστοκρατική οικογένεια, σχολείο). Απειλές δηλαδή που, παρά τις διάφορες αυτο-σχεδιαστικές άμυνες, δεν εξαλείφονταν ποτέ ολοκληρωτικά και ακολουθούσαν σαν σκιά την πορεία της πρωταγωνίστριας. Συχνά μάλιστα οι αδικίες δεν αποκαλύπτονται. Έτσι οι πραγματικές διαστάσεις της μοχθηρότητας και της αντιζηλίας γίνονται ορατές μόνο από την ίδια την ηρωίδα και το θεατή. Η ζωή φαινεται σαν μια διαρκής άσκηση διπλωματίας, ένας περίπλοκος αγώνας εντυπώσεων, σε ένα κόσμο όπου οι άνθρωποι δεν αλλάζουν ποτέ κατά βάθος -- μέχρι που να πεθάνουν και να γίνουν τηλεοπτικές αναμνήσεις.




Μια μέρα η μητέρα μου με ρώτησε τι θα έκανα αν θα πέθαινε. Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Είχα δει το θάνατο μόνο στην τηλεόραση, σε μια παράξενη ελληνική ταινία δηλαδή, όπου μια γυναίκα έσφαζε ένα άντρα με το ψαλίδι. Ο θάνατος πρέπει ήταν κάτι ακατανόητο και πιθανότατα οδυνηρό. Έτσι είπα στη μητέρα μου ότι θα έκλαιγα (αν και δεν έκλαιγα συχνά). Λίγες μέρες μετά η Κάντυ και ο μεγάλος έρωτας της παιδικής της ηλικίας, ο Άντονι, τό 'σκασαν από την έπαυλη και πήγαν βόλτα στην αγορά. Έκαναν διάφορα κουλά πράγματα και σε κάποια φάση πήγαν σε μια χαρτορίχτρα να τους πει την μοίρα τους. Το χαρτί που έπεσε στο Άντονι εικόνιζε ένας σκελετό που κρατούσε ένα δρεπάνι.


 


Λίγες μέρες μετά η μαμά μου σκοτώθηκε σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα και έτσι δε πρόλαβε να δει το θάνατο του Άντονι που έπεσε από ένα άλογο. Επίσης έχασε όλες τις υπόλοιπες περιπέτειες και μετακινήσεις της Καντυ, καθώς επίσης και τη δική μας μετακόμιση από το βουκολικό τοπίο στα βουνά της Αρκαδίας, όπου μέναμε λόγω της μετάθεσης της στην Αθήνα. Η αδερφή μου και γω, χάσαμε την κηδεία της μαμάς μου, όπως η Κάντυ έχασε την κηδεία του Άντονυ. Πολύ καιρό μετά μας είπανε ότι η μαμά πήγε στο νοσοκομείο και από κει στον ουρανό και ήταν θέμα χρόνου να τη ξαναδούμε. Έτσι δεν έκλαψα καθόλου, θεωρώντας ότι ήταν θέμα χρόνου να τα ξαναπούμε έστω και εναερίως. Εξάλλου στην οικογένεια μου έχουμε μια κάπως προνομιακή σχέση με τον ουρανό: ο μπαμπάς μου ήταν αεροπόρος, και το γεγονός ότι αντί να πέσει με το αεροπλάνο, τράκαρε στη γη και μάλιστα ένα τρένο, έδειχνε περίτρανα ότι ήταν αέρας ιδανική πίστα για όλη την οικογένεια, τη μαμά που πέταξε σε μια άλλη διάσταση, το μπαμπά που πετούσε με το αεροπλάνο και για μας που πετούσαμε με το μυαλό μας μέσα σε ένα κινούμενο σχέδιο.

Όμως όλες αυτές οι αναλογίες με έκαναν να αρχίσω να καταλαβαίνω τη μυστική γεωμετρία του κόσμου. Ο πόνος της Κάντυ ήταν παράλληλα και το μαγικό της χαρτί, οι φίλοι που θα έχανε, το γρήγορο τέλος της παιδικής ηλικίας, οι ταξικές αδικίες, όλα είχαν μια υπέροχη λογική: να μάθεις να βλέπεις τον κόσμο για πάντα σα μια τράπουλα από μαγικά χαρτιά: τη φύση, τα χιονάκια της τηλεόρασης, τις πολυκατοικίες, το θάνατο των αγαπημένων σου προσώπων και τη χαζομάρα των τηλεοπτικών σου αναμνήσεων. Όλα όσα πέρασαν είναι ένα κουτί που το ονομάζουμε παρελθόν και το κρατάμε στα χέρια μας, όπως η μαϊμού το νεκρό μωρό της, πηδώντας ασταμάτητα από κλαδί σε κλαδί, σε μια ζούγκλα από δορυφορικά νοήματα.

Είναι ένα πολύ ωραίο παιχνίδι. Παίζεται και με άλλους τρόπους – με τη μουσική ας πούμε! Κάπου αλλού το εξηγώ αναλυτικά. Ένας άλλος ήρωας του μελό -- ο Μάνος Χατζιδάκις – έκανε απίστευτα κόλπα με το φάντασμα της μαμάς μου. Γενικώς θα μπορούσα να γράψω μια εγκυκλοπαίδεια συνομιλιών με το υπερπέραν. Τα κινούμενα σχέδια όμως έχουν μια ειδική εφαρμογή. Έρχονται και επιλύουν το χρονικό βραχυκύκλωμα που σε χτυπά όταν ας πούμε γίνεσαι μεγαλύτερος σε ηλικία από τη μαμά σου ( -- έφυγε νωρίς στα 32 της). Τότε γίνεται κάπως δύσκολο να συλλάβεις την κίνηση του χρόνου. Η  ονειρική σου ενηλικίωση μπλοκάρεται. Λες 'Γίνεται να πάρω τη μαμά μου από το χέρι – σαν να είναι ένα μικρό κοριτσάκι – για να τη ξεναγήσω στο μέλλον ως ενήλικας;'

Και τότε θυμάσαι το μάθημα της οθόνης. Oι περισσότεροι άνθρωποι πατάνε ένα κουμπάκι στο τηλεκοντρόλ και βλέπουν το παρόν μέσα από τα ματιά της μαμάς τους. Μετά πατάνε ένα άλλο και επιστρέφουν στη αρχική τους όραση. Καμιά φορά πρέπει να κάνεις το αντίστροφο: να δανείσεις την δική σου όραση σου στη μαμά σου, για να δει και κείνη το μέλλον (που χάθηκε). Και τότε όλο το σου το υπαρξιακό στοίχημα με το χρόνο – συνοψίζεται – σε εκείνο το παιδικό παιχνίδι με την άδεια οθόνη:  πρέπει κάθε μέρα να βουτάς μες στο κενό – μέσα σ΄ένα ψυχρό τοπίο από τηλεοπτικά χιονάκια – και να σχηματίζεις ένα νέο πρόσωπο – μια άλλη οθόνη αναμετάδοσης.

               Πρέπει κάθε μέρα να συμφιλιώνεσαι με την αδικία και το χάος από την αρχή.  

                                                   Βρες το σήμα σου και όρμα!

Υ.Γ για να δεις πως παίζεται αυτό το παιχνίδι σημάτων με τη μουσική πήγαινε εδώ



εικονογράφηση: Ιάκωβος Ουρανός