16.6.14

O Χατζιδάκης και οι Τηλε-ναζί: ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ στην Εποχή της Ταχύτητας



Όταν ήμουν μαθητής γυμνασίου, κάθε Τρίτη βράδυ παρακολουθούσαμε με τον παππού μου– σε κλίμα κατάνυξης — τις εκπομπές του Πλεύρη στο Tele City. Η ελληνική μυθολογία έσκαγε μας μπροστά μας σαν την ανατομία ενός εγκλήματος – μια ιστορία μέσα στην ιστορία — ο μυθικός χρόνος αναποδογυρίζονταν σαν ένα ασανσέρ στο κενό: η Αρχαία Ελλάδα ήταν μια φουτουριστική ουτοπία και τα ομηρικά έπη το hand-book ενός τεχνολογικού θαύματος.

Η  θεά Αθηνά – σύμφωνα με τον  τηλε-ναζί — πετούσε ψηλά στον ουρανό φορώντας μια πτητική συσκευή-μανδύα, οι πόρτες άνοιγαν  αυτόματα στο παλάτι του Οδυσσέα και τα αγγεία αποτελούσαν συσκευές ήχου – επίτηδες φτιαγμένες έτσι για να απομαγνητοφωνηθούν από τους μελετητές του μέλλοντος.  Οι Έλληνες ήταν γενικά μια υπερφυσική φυλή από άλλο γαλαξία. Στην τηλεοπτική οθόνη άστραφτε ένα εθνικισμός πέρα από το διάστημα — σε μόνιμο ανταγωνισμό με τους κομμουνιστές– αλλά κυρίως τους Εβραίους (που προσπαθούσαν να μας πείσουν  ότι ελληνικό αλφάβητο το πήραμε από τους Φοίνικες – χα ας γελάσω!).

Και μετά, μια μέρα πέθανε ο Χατζιδάκις.

Και τότε, η τηλεοπτική αφήγηση του Πλεύρη ανακατεύτηκε με μια άλλη υπερφυσική εξ-ιστορήση  του παρελθόντος. Μέσα από τα ραδιόφωνα η μουσική του Χατζηδάκι μπηκε στο σπίτι μας σα συνειρμικός σίφουνας. Αντί για ιστορία, με έσκασε τώρα μια μνήμη, ένα μνημόσυνο μέσα σε μνημόσυνο. Πολλά, πολλά χρόνια πριν το γυμνάσιο, πολύ καιρό πριν το δημοτικό, μια μέρα που η Αρλέτα τραγουδούσε στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου ‘ήσουν παιδί σαν το Χριστό’– η μαμά πήγε να κάνει παρέα με το Χριστό, σπρωγμένη από ένα τρένο που πετάχτηκε από το πουθενά και μας χτύπησε στη διάβαση . Το κασετόφωνο έγινε σμπαράλια, όμως η κασέτα σώθηκε– και έγινε κειμήλιο.


Τη μέρα που ο Χατζιδάκις πήγε να κάνει παρέα με τη μαμά μου, η μουσική του πλημμύρισε ξανά το σπίτι μας– πέρασε μεσα από διαφημιστικά σποτ για μασαζο-καλσόν– και ενώθηκε με το τηλεοπτικό science-fiction του Tele city. Έτσι έπαψε να πια να είναι συνηθισμένο ενθύμιο.  Μπροστά μου τώρα είχα μια ακουστική συσκευή νοήματος– κάτι αντίστοιχο με τα ‘αρχαία αγγεία-μαγνητόφωνα’ — ένα μυστικό ηχητικό αρχείο, ένα κρυπτογραφημένο σημειωματάριο για τη ζωή και τη προσωπικότητα της μαμάς μου.

Ήταν ολοφάνερη η τακτική της: είχε αφήσει τον εαυτό της βαθιά κρυμμένο μέσα σε αυτά τα τραγούδια, όπως ένας νευρομάντης στο μάτριξ. ‘Ήταν επείγον λοιπόν να τα αποκρυπτογραφήσω– για να μπορέσω να της συνομιλήσω. Η μαμά μου ζούσε μέσα στη μουσική του Χατζιδάκι, όπως ένα άβαταρ που άφησε για πάντα το σώμα του προκειμένου να ζήσει μέσα σε ένα ψηφιακό τοπίο.

‘Έτσι ξεκίνησε ένα ατελείωτο κυνήγι χαμένου ήχου και μνήμης. Έψαξα παντού για στοιχεία: μέσα σε περιοδικά και συνεντεύξεις — το τεύχος της Οδός Πανός — το ‘Καθρέφτη και το Μαχαίρι’ – σε εκπομπές, αφιερώματα και άρθρα. Καθώς έψαχνα για απαντήσεις– για χαμένα αποτυπώματα – για  μια συνομιλία φιλική [άραγε κάπνιζε και άκουγε μουσική; σφουγγάριζε και καθάριζε πατάτες;] συνέθεσα αποσπασματικές πληροφορίες– συνέδεσα τους κρίκους μιας συνομωσιολογικής μηχανορραφίας. Και έτσι πέρασα από τον υπερ-διαστημικό εθνικισμό του Πλεύρη στον υπε-κοσμικό σύμπαν του Χατζιδάκι.  Αυτό με προσγείωσε σε μια άλλη ανάγνωση της μουσικής και της ιστορίας – κυρίως σε μια άλλη χορογραφία του μυστικιστικού, του αλλοπρόσαλλου και του συγκινησιακού…




Έμαθα ας πούμε ότι το εγχείρημα του Χατζιδάκι δεν ήταν η κατασκευή μιας μουσικής – αλλά ενός ενός βιώματος.  Οι μινόρε ιδιωματικές παρεκκλίσεις–η προσαρμογή του Μπαχ στο Μελόδραμα– δεν ήταν ακριβώς ένα επίτευγμα ήχου αλλά γλώσσας— ο Χατζιδάκις φιλοτέχνησε τη συγκινησιακή προπαιδεία, την ηχητική αλφάβητο, το εκστατικό χάρακα μιας εποχής, μιας συλλογικής συνείδησης. και κυρίως μιας επανένωσης: του χαμηλού με το υψηλό, του παλιού με το νέο, του χαζοχαρούμενου με το δραματικό, του ελληνικού με το κοσμοπολίτικο, του κινηματογραφικού με το ποιητικό.

Έτσι εγκαινιάστηκε μια επιστημονική φαντασία για το μετεμφυλιακό ‘έθνος‘ μέσα από μια σειρά από ηχοχρώματα. Το τραγούδι λειτούργησε σα το παραμιλητό ενός μέντιουμ συνδέοντας τους νεκρούς και του ζωντανούς μιας αχαλίνωτης οικογένειας. Δεν ήταν ακριβώς ένα μουσικό–αισθητικό επίτευγμα, ήταν περισσότερο ένα εργαλείο αυτο-κατανόησης– μια μεταφυσική του παρόντος από νότες. Αθροίζοντας την πολυ-παρουσία του, την περσόνα του και τη συναισθητική του παρέμβαση– στο ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο και τα περιοδικά– ο Χατζηδάκης προ-οικονόμησε τη σύγχρονη διάχυση του αισθητικού, δηλαδή, την αντίληψη της τέχνης  ως τρόπου ζωής– ως ονειρικού ξεσαλώματος.

Μουσική δεν είναι η ικανότητα να διαβάζεις νότες αλλά  η ικανότητα να ξεφυλλίζεις την προσωπικότητα σαν ένα εικονογραφημένο βιβλίο – να μετατρέπεις το σώμα σου σε ένα ιστότοπο, σε έναν σύνθημα στον τοίχο, σε μια αχνο-γραφία στο τζάμι του λεωφορείου.  Κάτι σαν την θραυσματική αυτο-έκφραση του facebook, το εικαστικό ψωνιστήρι του ιντερνετ, την avant-garde μικροαστία των insta-grams .. μια τεθλασμένη βιβλιοθήκη εμπειριών και αναμνήσεων..




Υπό αυτούς τους όρους, ο Χατζιδάκις αποτέλεσε ένα ορόσημο στη γέννηση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε λυρικό, ηδονοθηρικό, σουρεαλιστικό μικροαστισμό.  Αν κάποια μέρα καταφέρουμε μελετήσουμε αυτό το επίτευγμα–όχι ως κειμήλιο—αλλά ως γλώσσα, τότε θα μπορέσουμε να επίσης συνομιλήσουμε με τη πεθαμένη μητέρα μας και να συμφιλιωθούμε με το έγκλημα – με το έγκλημα ενός κακοσχεδιασμένου επαρχιακού δρόμου, το έγκλημα της δημόσιας εκπαίδευσης, το έγκλημα της φασιστικής τηλεόρασης, της γειτονιάς, της τάξης μας—κυρίως το έγκλημα της ιστορίας.
Και ταυτόχρονα θα καταφέρουμε να συνομιλήσουμε με το θαύμα αυτού του παζλ, την έγχρωμη ιδιοσυστασία του, τη  μοντερνικότητα του…
Κάτι αντίστοιχο μου είπε η η μάνα μου την τελευταία φορά που συνομιλήσαμε– συναντηθήκαμε πρόσφατα μέσα σε ένα κινηματογραφικό στιγμιότυπο– η Αλίκη Βουγιουκλάκη τραγουδούσε  το ‘Καροτσέρη, Καροτσέρη άσε το Καμουστίκι από το χέρι’– πάνω σε ένα κάρο κάπου στην Κων/πολη. Μου είπε λοιπόν, σταμάτα να αυτο-μαστιγώνεσαι — σταμάτα να πιέζεις καταστάσεις – άσε την ιστορία να κυλήσει σα μουσική.
Κάνε στην εποχή σου αυτό που έκανε ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ με τις αισθήσεις του: να μετατρέπεις κάθε σου βασανιστήριο σε προθάλαμο ανατρεπτικού νοήματος...Δε βλέπεις τι έκανε ο Χατζιδάκις.. έζησε ανάμεσα σε συντηρητικούς, δογματικούς και αρχομανείς ανθρώπους – σαν αυτούς δηλαδή που τώρα υπερασπίζονται το έργο του και μιλάνε εξ ονόματος του…αλλά εκείνος δε χαμπάριαζε τίποτα—έπαιζε διαρκώς με τα πάντα.

Μπορούν να σου πάρουν το καμουτσίκι – τον τίτλο της εξουσίας– το έπαθλο, το παράσημο, το τιμόνι αλλά τη μουσική– τη μουσική δε μπορούν να σου τη πάρουν ποτέ.


Αυτή θα ζει για πάντα μέσα σου,
όπως και η μαμά σου.




13.6.14

conservative liberation

I made a complain about the gender segregation in our gym's sauna -- they have four days [only women] and three [only for men]

This is a council gym -- in semi-ghettoized district. You really want to respect their sense of civility --
 but -- you also feel that this system is so  intimidating and freakishly 1950s! -- when they had different beaches for men and women.

So you make the complaint and then..
 you come across --on twitter -- an arrogant super-rich Tory bitch who claims that she wants to  ''educate'' the poor about gender equality and racism -- claiming that ''she joined the Thatcher's party (oh what a spice girl) -- she cannot tolerate segregation''

...and you feel destroyed:  you really feel the urge to go back and make it clear -- you do not want equality in the name of Thatcher-enlightenment... you want to circulate your semi-nude body in a public space -- in the name of hedonism, freedom and euphoria.
  

11.6.14

το σήμερα είναι αύριο

με ενοχλεί αυτή παπαριά που λένε ότι οι άντρες στα -άντα τους με σκουλαρίκι παλιμπαιδίζουν

Μα δεν το έχετε καταλάβει ακόμη;

δεν υπάρχει ''νεότητα'' -- όπως και δεν υπάρχει πια και ''ωριμότητα'' --

όλα αυτά συνιστούσαν κατασκευές μιας άλλης παραγωγικής φάσης.

είμαστε πια αλλού --  στο homo-austerity:  ο χρόνος είναι ομοιογενής για μας -- περάσαμε όλη μας την ενήλικη ζωή με χαρτζηλίκι, όνειρα και προσδοκίες.

αυτή είναι η νέα κανονικότητα -- χωρίς εναλλαγές -- τοποθετημένοι διαρκώς στο σημείο εκκίνησης -- κατάλαβε το.

μην κρίνεις την ζωή των άλλων με βάση τα πολιτισμικά και παραγωγικά πρότυπα του παρελθόντος.

Αυτό που ζόύμε σήμερα είναι το μέλλον (που δεν ήρθε).

  

3.5.14

Παίξε με την καφρίλα


 



Είναι αλήθεια ότι πρέπει να αποφεύγουμε να χαρακτηρίζουμε τους φασίστες ως καταπιεσμένες 'αδερφές'. Έτσι ενδίδουμε στο στερεότυπο της ομοφυλοφιλίας ως μια αρρώστιας του μυαλού. 
Από την άλλη όμως είναι γόνιμο να επισημαίνουμε τη βαθειά, ιστορική και πολυσήμαντη σεξουλικοποίηση φασιστικών συμπεριφορών στο εσωτερικό της queer κουλτούρας. Έχει σημασία να δείχνουμε τη πολυ-μέτωπη μετατροπή της κτηνωδίας  και της καφρίλας σε παιχνίδι, θέατρο και καύλα -- εν τέλει σε μια τακτική πολιτικού αντιπερισπασμού.

Η λατρεία του 'φασίστα' ή του 'ματσό' ή του κάφρου εραστή εκδηλώθηκε με εντελώς απο-ενοχοποιημέν
o τρόπο από πολλούς γκουρού της ομο-ερωτικής τέχνης, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό -- μπες στις σελίδες του Ζενέ -- κάνε μια βόλτα στο Φασμπίντερ. Πρόκειται για μια ρετρό κουλτούρα που επιβιώνει ακόμη και σήμερα (με άλλους τρόπους). Μια τεράστια βιομηχανία από δερμάτινα, σβάστικες και αφέντες  παρουσιάζει το σεξ σαν ένα κρυφτό με την τεχνολογία της απαγόρευσης -- η απόλαυση της απόδρασης έχει ανάγκη από τη διαρκή παρουσία  κλουβιών. Στην Ελλάδα υπάρχει μια αντίστοιχη παράδοση -- εκπεφρασμένη με ιδιωματικό (αλλά όχι απαραίτητα κλειστό και τοπικιστικό) τρόπο. 

 Ο Γιώργος Ιωάννου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, ο Ταχτσής, ο Τσαρούχης εναντιώνονταν σε μια γραμμική αντίληψη 'απελευθέρωσης'. Μέσα στο σύμπαν τους τα ματσό ανδρικά σώματα -- τα 'λαϊκά' αγόρια -- μετατρέπονταν σε ένα παιχνίδι. Η αφέλεια και η βλακεία ήταν μια συνταγή ευτυχίας.  Σε αυτήν την περίπτωση, η πάλη ενάντια στο σωβινισμό δεν είναι μια κατά μέτωπο επίθεση -- αλλά ένας έξυπνος αφοπλισμός του αντιπάλου -- αυτό που η Τζούντιθ Μπάτλερ ίσως αποκαλεί subversion. Μετατρέποτας τον άνδρα-σούπερμαν σε σεξουαλικό εξάρτημα-- διαστρέφεις το νόημα, τη χρήση και τη δυναμική του ρόλου του. Οικειοποιείσαι τα όπλα του εχθρού για να μετατρέψεις την κτηνωδία σε φάρσα.. Και έτσι αποκαλύπτεις ότι η πολιτική ισούται με μια ευφυή διαχείριση της ντροπής.

Γιατί είναι πολιτικό όλο αυτό;

Γιατί δείχνει πολύ γραφικά ότι ο αόρατος κόσμος της εσωτερικότητας --  η σκέψη ότι 'τώρα γίνομαι ρεζίλι', 'είμαι ένα τίποτα', 'είμαι μια ψωνάρα΄' -- έχουν υλικό αντίβαρο και πολιτικό εκτόπισμα. Ό,τι συμβαίνει μέσα στη μνήμη και στη φαντασία σου επεμβαίνει, παράγει και τακτοποιεί το σώμα σου και το χρόνο σου. Η εξουσία δεν είναι απλά ένας μηχανισμός που σε εκβιάζει να σκύβεις το κεφάλι. Είναι επίσης ένας μηχανισμός που σου υπαγορεύει να το σηκώνεις ψηλά -- για να δείξεις πως είσαι άντρας ή Έλληνας ή σωστή νοικοκυρά. Σεξουαλικοποιώντας αυτό το παιχνίδι εκβιασμών μετατρέπεις αυτόν τον   ''άνδρα'' ή ''γυναίκα'' ή ''Ελληνάρα'' σε μια παράσταση ψευδαισθήσεων -- μια παράσταση την οποία σιγά σιγά σκηνοθετείς εσύ

 11 του Μάη στο Εμπρός -- The Homonazi Effect

30.4.14

Καβαφης for ever





μου έδωσε ένα χαστούκι και μου είπε τι είναι αυτά; Οι ατάκες σου πρέπει να είναι ζουμερές. Να κάνεουν κούνια μπέλα ανάμεσα στην οθόνη και το πεζοδρόμιο. Να τινάζεις την γλώσσα σαν ένα σεντόνι από στερεογράμματα. Η καθημερινή σου επικοινωνία είναι μια εμπριμέ ταπετσαρία από γλωσσοδέτες -- ένα οπτικό τρικ. Να φυτεύεις τρισδιάστατα σχήματα μέσα στις λέξεις.  Να μπαίνεις μέσα στη φωνη του άλλων με  3D γυαλια. Πίσω από κάθε γράμμα μια τρισδιάστατη πίστα. Να επιδρούν στο μυαλό σου, όπως ο ήλιος και οι χημικές ουσίες. Διαδοχικές συγκινισιακές ενέδρες θα κλωτσούν το ''άλλο'' στην καρδιά του ''ίδιου''. Είναι αυτό που λέμε οικονομία της έκστασης – ένα εκχύλισμα σεροτονίνης. 

Όπως και χρηματική οικονομία έτσι και η ποιητικη βασίζεται στη μάχη της''αξίας'' ενός χαρτιού. Οι ποιητικές σκέψεις κυματίζουν όπως ένα χαρτονομίσμα σε μπουγάδα: ένα κολάζ από αριθμούς και μνημεία ρυθμίζει το τέμπο του οργασμού. 

 Ο ''πλούτος'' εδώ είναι ένα διαταραγμένο παζάρι γύρως από το νόημα της φθήνιας. Πάρε για παράδειγμα το παρακάτω ''καβαφικό ποίημα'' και δες πόσο εύκολα χορεύει τη μουσική της φθήνιας, της ''ηθικής'' και του κοινότοπου.

Κωνσταντίνος Καβάφης
Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηγαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.
[1913]

Λέει μην ''εξευτελίζεσαι'' και μπορείς να φανταστείς τους φιλόλογους, τις ακαδημίες αθηνών, τους διαφωτιστές κομμάτων να το διαβάζουν ως μανιφέστο ''ευπρέπειας''. Όμως είναι ένα στερεογραμματικός κώδικας -- γράφτηκε για να διαβαστεί κάτω από το εκτυφλωτικό φως της παρεκτροπης – σαν ένας χορός της κοιλιάς. Ευτελισμός εδώ είναι η ''συνάφεια του κόσμου'', η ''έκθεση στις σχέσεις και τις συναναστροφές''. Οι πολλοί προϋποθέτουν την ''ηθική'' ως πόζα. Επομένως εξευτελισμός είναι να παραχωρείς στους άλλους τη γλώσσα της αυτο-έκθεσης. Ξεφτίλα είναι η υπαγόρευση του εικαστικού περιεχομένου της ξεφτίλας, δηλαδή η υποταγή στον ετεροκαθορισμό της ευπρέπειας. Ρεζιλίκι είναι η υποταγή στην ηθική των πολλών και στις επιβεβλημένες συμβάσεις του κύρους -- δηλαδή στην παγίωση της ''εικόνας'' της αξίας που επιφέρει η συναναστροφή με τους πολλούς.

Και κοίτα τι έγινε τελικά!
Ένα ποίημα που γράφτηκε για να σαμποτάρει την ίδια την έννοια της ευπρέπειας -- μετουσιώθηκε σε μετωνυμία της ευπρέπειας. Αναδείχθηκε σε είδωλο της ηθικής του γράφειν: οικονομία στην έκφραση, συμπύκνωση, κόψιμο της φανφάρας, αριστοκρατική ειρωνεία. Ο αντίπαλος το πήρε υπό την προστασία του -- και το έκαψε μέσα στην ασφυξία του μονοσήμαντου κανόνα, επιβάλλοντας μια ξηρότητα στους τρόπους που απολαμβάνουμε και ''αξιολογούμε'' την ποιητική απόλαυση. Για να διασωθεί στερεογραμματικά το ποίημα πρέπει να (επανα) τοποθετηθεί κάτω από το ήλιο της παρεκτροπής! Να το ξανα-τσουλήσει μέσα στην έρημο του πραγματικού – να ξαναβρεί μια αξιοπρέπεια μέσα στην παραίσθηση – να συγχωτισθεί με τεθλασμένα νοήματα, αγριωπές τσιφτετελούδες, σαουδάραβες ηδονο-παραγωγούς.

Το μυστικό σου χρέος απέναντι στον Καβάφη και τον κάθε Καβάφη είναι να ζεις τη ζωή του σαν ένα ατελείωτο ξεφάντωμα συνειρμικών παιχνιδιών – ένα ατελείωτο πράιντ. Το πάρτι δεν σταματάει όταν σταματάει η μουσική, όταν φεύγουν οι φίλοι και όταν αδειάζει ο τραπεζικός λογαριασμός. Η ''γιορτή της περηφάνειας'' συνεχίζεται όταν γυρνάς σπίτι άδειος και απένταρος -- αλλά όχι άκαρπος. Όταν επιμένεις να μετουσιώσεις τον απολογισμό της μέθης -- και του άσκοπου ξοδέματος --  σε ένα νεο, κρυπτογραφικό ημερολόγιο απολαύσεων.





ταν ένα πάρτυ αεροβικής με τη jane fondα και ένα party animal-- confidence trickster -- που είχε γίνει ευρύτερα γνωστός με την επωνυμία ''Κάφκα''.
Στην ουσία ήταν ένας διαγωνισμός ποιητικής και ξεσαλώματος με θέμα '' Σπουδή Πάνω στο Λιώσιμο της Γραφειοκρατ
ίας''.

Ονομάσαμε ''πρωταθλητή'' και ηγεμονικό είδωλο της Γραφειοκρατίας το θέμα ''Καβάφης'' και αρχίσαμε τις αθλοπαιδιές.
Ο Καβάφης -- προτού γίνει ηγεμονική μαρκίζα της Γραφειοκροτίας --
ήταν μελος της Συμμοριας των Τρολ της Εσχατιάς. Ερχόταν στα πάρτι μας -- κατάπινε
cleaning agents -- και έγραφε λυρικά δοκίμια -- αντικαθιστώντας τις λέξεις -- με αεροβικές χειρονομίες -- προσαρμοσμένες στο ρυθμό, τη φωνητικ και την αμφιθυμία της hard house τέκνο.


Η μεταμορφώση του σε Πριμαντόντα της Γραφειοκρατίας σήμανε τη μεταμόρφωση του διαγωνισμού μας σε πάρτι αποχαιρετισμού-- τώρα πια το ξέραμε -- η ποίηση είναι ένας διαγωνισμος κυρους σε άλλο τεμπο.

‘’Καλά λοιπόν’’ είπαμε . ‘’Ας δυναμώσουμε το τέμπο!’’






Κάθε διαγωνισμός ξεσαλώματος – κάθε πάρτι-- γεννάει εκλάμψεις που μοιάζουν με αδικημένα παιδιά: αποστερούνται το δικαίωμα της στοργικής ανατροφής. Δεν αποκτούν ποτέ ληξιαρχική αναγνώριση. Παρά την τρυφερή τους καταγωγή -- και κυριώς την αγάπη -- των γονέων τους δεν καλλιεργούνται ποτέ.

Χάνονται με την ίδια άγρια και λυσσώδη ταχύτητα που γεννιούνται

Όμως όπως ακριβώς και οι ιχνογραφίες των ψηφιακών αυτοσχεδιασμών -- η προσωρινότητα τους συνιστά την ιδιοφυϊα τους και το μεγαλειο τους. Η ταχύτητα τους αντικαθιστά το κ
ρος με ύφος -- ξηλώνει τα κριτήρια αξιολόγησης -- χαμογελα σε ένα άλλο είδος υπαρξισμού.

Πρόκειται για παιδιά αφιερωμένα στην ιδέα της εγκυμοσύνης -- ως μιας κατάστασης αιωνίας -- αυτο-εκπληρούμενης --
an end in itself.
Στο τελευταίο μας πάρτι -- τα πρωτα λογάκια του πρώτου παιδιού μας ήταν ''μη θυσιάσεις ποτέ την ποιητικότητα σου για χάρη της ποίησης, ας τους να καούν''

Και αφού τα είπε αυτά, έγειρε το κεφαλάκι του και κάηκε!


 Βασικά μας είχε πει να τον φωνάζουμε Σίλβια από τότε που έμενε στην Αλεξάνδρεια -- αλλά τις ποιητικές του συλλογές τις υπέγραφε με άλλο όνομα -- ''Καβάφης''

Μετά βέβαια που πήγε στην Αμερική έκανε αλλαγή φύλου, και έφτιαξε ένα επώνυμο-τρολιά
''ποίηση -- ποιώ -- πλάθω -- Πλαθ.
''Αυτό είναι!''
''Θα με φωνάζετε Σίλβια Πλαθ''

''Πλάθω μια Πλαθ'' – ήταν ένας γλωσσικός παρενδυτισμός πάνω στο σώμα --
ένα
Drag show με θέμα: ''οι Ποιητές των Γραμματοσήμων''.

Βεβαίως μερικά από χρόνια το βαρέθηκε και αυτό -- Ο
verdose-- είπε ''Μπάφιασα με τους Ηρωισμούς της Μπαναλιτέ''

Το κουστούμι της ποιήτριας-νοικοκυράς το αυτοκτόνησε πανηγυρικά.

[Το είχε σκεφτεί από τα σίριαλ της Λούσι Μπολ – ήθελε πάντα να πάντα γυρίσει μια σειρά–
''1000 και Ένας Τρόποι Να Τα Κακαρώσεις Μέσα στην Κουζίνα''.
Σε κάθε επεισόδιο η Λούσι θα πέθαινε με νέο τρόπο. Αυτό με το φούρνο ήταν το επεισόδιο 27 νομίζω, σε ένα άλλο πέθαινε μέσα στο ψυγείο ]

Μετά το θάνατο της Πλαθ είπε ‘’Λούσι, Λούσι να με φωνάζετε τώρα’’  και το έριξε περιχαρής στον υπαρξισμό, τη χημεία και τις πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές.... 



19.4.14

είναι το trolling τέχνη;

αυτοί που λένε ότι το τρόλιν δεν είναι τέχνη -- θέλουν να μας πείσουν ότι
οι πούτσες στο έργο του Αριστοφάνη
η παράδοση του τσίρκου,
ο τσάρλιν τσάπλιν ντυμένος σαν χίτλερ,
το ντανταϊστικό μουστάκι της Τζοκόντα
η  σιτουασιονιστική πόζα καουμπόυ σε υπαρξιστή φιλόσοφο
ο βέγγος ως τζέιμς μποντ
και οι κονσέρβες του αντι γουόρχολ
--και γενικώς --

το γέλιο, η φάρσα και η διαρκή αμφιταλάντευση από το σοβαρό στο αστείο και τούμπαλιν

 -- δεν ανήκουν στο ιερατείο της αισθητικής

αμ τι μας λες --

έτσι σου μάθαν στο χωριό σου -- συγνώμμη -- στη γκαλερί σου;

Αν στο ξαναπεί αυτο κανενα σπασικλάκι -- να πας να τους πεις

τρόλιν είναι η έξοδος της ειρωνίας από τις χαροκαμένες γκαλερί -- η απελεύθερωση της από αγέλαστα στόματα  -- από χείλη βυθισμένα σε τοξικό και ταξικό λίπος --

τρόλιν είναι η επιστροφή της βλασφημίας στης ψηφιακές πλατείες και πεζοδρόμια

τρόλιν είναι να ανατινάζεις ψηφιακά δηλαδή συναισθητικά την ιεραρχία του ωραιου, του ισχυρού και του υψηλού


με άλλα λόγια τρόλιν είναι μια από τις πιο υπερμοντέρνες τέχνες του παρόντος! 


8.4.14

No Tears for the Death of Celebrities


The death-glam celebrity culture, the films about Thatcher or the Queen, even the scandals and the psychoanalytic gossip about the stars-- all these ''genres of injured self hood'' offer brilliant opportunities to sympathize with the privileged and the rich

''look they are humans too -- they suffer and they die -- and they get humiliated -- how unfair -- what a tragedy''

I think this type of soap-opera is outdated.

We are now watching live our own decay
-- our life is under constant threat --

I honestly have no tears left for those who oppress me.

 No matter how we ''dramatize'' our life we are rarely treated like ''living'' human beings. 

We are dead and we do not know it .

Now this is an up-to-date theme for a modern soap-opera.