17.2.14

Μπορεί ένας φιλελεύθερος δήμαρχος να είναι ταγάρι;


Είναι γεγονός ότι οι μισές πολιτισμικές αντιδράσεις της αριστεράς στη δημαρχία Καμίνη ήταν αστείες και συντηρητικές. Δεν κάνει να βάζουμε ρούχα στα δέντρα γιατί... δεν μας το χουν μάθει στο σχολείο χειραφέτησης -- δεν κάνει να βάφουμε τοίχους κίτρινους γιατί αυτό θα κοντράρει χρωματικά τις κόκκινες τρίχες από το αριστερό όρχι του Τσε Γκεβάρα (άσε που ως γνωστόν όταν οι φτωχοί άνθρωποι  θέλουν να δουν τέχνη, σέρνουν τα ισχνά τους σώματα στο φεστιβάλ της κνε, για να ακούσουν αντάρτικά  λίγο πριν ξεψυχήσουν)

Από την άλλη όμως, οι αντιδράσεις του Καμίνη στην αισθητική του παρόντος ήταν ακόμη πιο αναχρονιστικές και άστοχες. Του δόθηκε η ευκαιρία να γίνει ο δήμαρχος της πιο πολυσυζητημένης  πόλης του παρόντος -- και αντί να εκμεταλλευθεί την εκρηκτική κουλτούρα της κρίσης  -- το παιχνίδι ανάμεσα την κοινωνικότητα του δρόμου , τα νέα μίντια και τους νέους ανθρώπους (ένα  εκκωφαντικό μοντάζ ελαφρότητας, έμπνευσης και διεστραμμένης ευφυΐας)  μας φλόμωσε στο κήρυγμα περί νομιμότητας. Δεν πήρε χαμπάρι την ιστορική ευκαιρία που έσκασε ξαφνικά -- δεν κατάλαβε δηλαδή ότι αυτό που έκανε την Αθήνα πραγματικά υπερ-σύγχρονη -- για μια στιγμή -- ήταν η γενικευμένη, θεαματική και ηδονο-θηρική διαταραχή του νόμιμου. Αυτό που έφερε την πόλη στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος ήταν η φαντασμαγορική και ιερόσυλη σκέψη πάνω στη νομιμότητα --  και όχι ο φετιχισμός της ''νομιμότητας''. 

 Η νέα λαική κουλτούρα της πόλης -- οι μυθολογίες της κρίσης – εδράζονται πάνω στη διαρκή αμφισβήτηση του σωστού, του θεμιτού και του νόμιμου: πουθενά αλλού στον κόσμο τα όρια ανάμεσα στην πολιτική και τη διασκέδαση δεν έγιναν τόσο θολά. Η πολιτική μετατράπηκε αιφνιδίως σε ένα  περιπετειώδη τρόπο ζωής, έκφρασης  και εκτόνωσης-- ένα είδος απόδρασης μέσα στην ένταση.  Από αυτή την σκοπιά, η πόλη έμοιαζε με  ένα πανηγυρικό φεστιβάλ πολιτικής φαντασίας– ένα διαρκές θέρετρο διανοητικών ερεθισμάτων. Το μεγάλο  αβαντάζ της Αθήνας της κρίσης ήταν το γενικευμένο βίωμα της πολιτικής ως κραιπάλης του μυαλού – οι  καταλήψεις, τα κοινωνικά κέντρα, οι χαοτικές ουτοπίες της -- και η ανάμιξη όλων αυτών με τις μεταβαλλόμενες μορφές καταναλωτικής ευδαιμονίας (clubbing, φαγητό, διαδικτυακή φρενίτιδα, νυχτερινή εκκεντρικότητα, παγκόσμια μουσική, πειραματικό θέατρο και τρελαμένος κινηματογράφος).  

Να το μοντέρνο ψηφιδωτό της  πόλης: η σύζευξη του πεζοδρομίου με το σαλόνι, του μπετόν με το μάρμαρο και  της τσιχλόφουσκας με το σπανάκι ο γκρατέν --  το γαϊτανάκι από υπαρξιστές που ψωνίζονται στα πάρκα, ιδιοφυή τρολ, νεο-ρομαντικούς χίπστερς,  ψηφιακούς ποητές και guerrilas του διαδικτύου--  Αθηναίους  που ζουν εκτός Αθήνας και μη-Αθηναίους που ζουν εντός Αθήνας. Πλάι σε αυτές τις τεθλασμένες κοινότητες  θα μπορούσε να ανθήσει μια κουλτούρα ''επιχειρηματικότητας'',  επικοινωνιακής αγοράς,  δημόσιου χώρου και έξυπνης κατανάλωσης
 -- και κυρίως... ελπίδας.


Αν τοποθετήσουμε την πρόσφατη δήλωση του Βαλλιανάτου απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις  ίσως φανεί πιο ανάγλυφα ο ριζοσπαστικός της χαρακτήρας -- πόλη είναι το μέρος εκείνο που σου υπόσχεται ότι μπορείς να είσαι ό,τι θέλεις. Ένας δήμαρχος που συγκεντρώνει πάνω του μια σειρά από  αντίξοες αντι-κομφορμιστικές ταυτότητες διαφημίζει κάτι από αυτόν τον πολιτισμό χειραφέτησης Ναι,  θα ήθελα να ζω σε μια ημι-ανατολική, βαλκανική πρωτεύουσα με  δήμαρχο -- γκέι, οροθετικό, ψωνάρα, προκλητικό, ηδονοθηρικό και ευαίσθητο απέναντι στο ‘διαφορετικό’.  

Αλλά από την άλλη πλευρά όμως, δεν θα ήθελα να ζω σε μια πόλη που διοικείται από ταγάρια -- και ταγάρια εδώ δεν είναι μόνο οι οπαδοί του Στάλιν-- ταγάρια είναι και οι ''φιλελεύθεροι'' οραματιστές που πιπιλάν ανιστόρητα την έννοια του εκσυχρονισμού και της ανάπτυξης. Άκουσα πολλές φορές, το Βαλλιανάτο να επαναλαμβάνει ότι το πολιτικό του όραμα βασίζεται στα πολιτικά πρότυπα του εξωτερικού – τις‘’δυτικές’’ χώρες που πετυχαίνουν – και κατ επέκταση – τις φιλελεύθερες μητροπόλεις.  Και σε αυτό το σημείο – μοιάζει να μεταμορφώνεται κάπως σε αυτό που καταγγέλλει – δηλαδή σε δογματολόγο – ακριβώς επειδή  αρνείται τα εκτρώματα του ιδεολογικού του ‘’παραδείσου’’:  οι φιλελεύθερες μητροπόλεις του εξωτερικού είναι παγκόσμια σύμβολα αποκλεισμού και ανισότητας -- Λονδίνο και νέα Υόρκη είναι πόλεις αντιδραστικές – υποδέχονται γιάπις και κλωτσάνε φτωχούς – εξολοθρεύουν τη νεότητα – γκετοποιούν τις μειονότητες και ισχυροποιούν τις διακρίσεις – ακόμη και το Σαν Φρατζίσκο είναι πια πολύ ακριβό για τους γκέι μποέμηδες του παρελθόντος.  Ο αστικός φιλελευθερισμός του παρόντος μετατρέπεται σε μια μονολιθική παραλλαγή της σοβιετικής δυστοπίας: οι άνθρωποι είναι διαχωρισμένοι σε κουτιά – τα συστήματα εναλλακτικής αυτο-έκφρασης συνθλίβονται. Οι φιλελεύθερες μητροπόλεις εξορίζουν τους ‘’διαφορετικούς’’ – αυτούς που συγκρούονται με τον κανόνα του οικονομικού θριάμβου -- και  κατ’ επέκταση εξορίζουν τον εαυτό τους από την εικονογραφία του μοντέρνου: είναι  πόλεις ξεπερασμένες (μέσα στην αγριότητα τους).  

Για να ξανα-ανακαλύψουμε τη πολεοδομία  της χαράς από την αρχή -- πρέπει να ξαναδούμε τί είναι αυτό που κάνει την Αθήνα μοντέρνα. Χρειαζόμαστε δηλαδή μια οπτική χωρίς αγκυλώσεις και δόγματα (απ΄ όπου και αν προέρχονται).
 Ικανός δήμαρχος θα είναι το πρόσωπο εκείνο που θα σε πείσει ότι η καλύβα που ζεις είναι ο ομφαλός τη γης – παρά την τρέλα της (ή χάρη στην τρέλα της)

14.1.14

δηλαδή ειλικρινά τώρα πιστεύετε οι κράχτες του τατσόπουλου είναι λιγότερο attention whores από εκείνον;



ούτε οι ίδιοι δεν νομίζω να το πιστεύουν αυτό.

δεν έχει σημασία αν είσαι ψωνάρα αγάπη μου -- ας είσαι -- αν αυτό σε βοηθάει να παράγεις όμορφα πράγματα.


Δηλαδή σκασίλα μας -- με ποιο τρόπο αντιμετωπίζεις τη θνητότητα, το φόβο και την περιβάλλουσα ασχήμια. Ελικρινά δεν με νοιάζει αν παίρνεις βάλιουμ και αν φιλάς τον καθρέφτη σου ονειρευομενος ότι είσαι ο τσε γκεβάρα. (νομίζω και ο τσε γκεβάρα τα ίδια έκανε -- μια λογοτεχνικη φαντασίωση ήθελε να ζήσει).

είναι ανθρώπινο να αποζητάς την αποθέωση.

(εγώ ζωγραφίζω κάτι ανθρωπάκια στον τοίχο και μετά τα αγκαλιάζω -- το συστήνω ανεπιφύλακτα.)

Καλέ μου Κνίτη, μην αναγάγεις τη δική σου ενοχικότητα σε πρότυπο συμπεριφοράς -- σπασε τη ντουλάπα σου και νιώσε περήφανος για το δικαίωμα σου να επιλέγεις εσύ την περηφάνεια που σου ταιριάζει.

ΥΓ. Πάντως να λέμε την αλήθεια -- αυτό το στρεβλό ηθικό παράδειγμα δεν είναι ίδιον μόνο των κνιτών -- ο ίδιος αυτο-αναιρούμενος πουριτανισμός διαχέει όλον τον ηλεκτρονικό και γραπτό τύπο (από το πρόταγκον μέχρι τη lifo και από το βήμα μέχρι την ελευθεροτυπία)...

τίποτα δεν μάθαμε από τη μαντόνα σε αυτή τη χώρα.

2.1.14

Science Fiction and Emotional Porn: the Unemployed Experience Gravity on and off Screen




It is not very difficult to understand why Gravity drove so many people mad: the film depicts with dark vigour a deeply familiar, global and pansexual genre of nightmare – the asphyxiating grip of disorientation– the inability to know how to navigate yourself in the world: ''I am losing the earth under my feet'', '' I do not know what to do with my life'', ''I am lost',' ''Someone should talk to me on the phone now -please speak to me'', '' Darkness is swallowing me'', ''I can't breathe'' ''Save me''. Here comes a choreography of panic – a plotless horror-story which looks like a plotless life-story, or else, an allegory of terror on earth – a life-script composed out of random images and fragments of thoughts that swirl in a reverse orbit around your mind -- when you body swirls sleepless around itself at bed during an endless night.


                                                                      

    
The pattern of this nightmare is very simple: A screwdriver or a spark or a flying piece pops up suddenly and stretches the thread of your life like a sling. In this respect, Gravity reminded me of an old Iranian film about child who was trapped in an apartment and struggled to find a way to get out. I was myself a child when I watched it, so I do not remember the title of the film – but I remember very well its (non-)plot due to its ability to re-enact the psychological and biological havoc I was going through whenever I blundered. You do not always need 'bad' characters to live a drama – absent- mindedness, misfortune and lack of reflexes can easily let your life slip through your hands and burst – with a muffled bang – in the gap. What we call '' tragedy ''is not always produced by the moral conflict between victims and violators – Antigone and Kreon or Cordellia and Edmund – it is also ignited by random errors, gaffes and clumsy shit-moments. A car crash, a tripping over the stairs, a cell that fell from the pocket can radically change the gravity of time -- the rhythm of your breathing --and the overall way you live in your body.
                                                                       
                                                                             

                                                                            
It is not necessary to watch all that in a 3D IMAX screen in order to grasp that vibe. It might actually be funnier (and cheaper) to download the film and watch it on your mobile phone whilst lying on a moving swing or a seesaw or - even better – whilst flipping upside-down on a fairground crane. Inspired by this synaesthetic ping-pong between the screen, the earth and our nerves, I want to explain here in what way science fiction is haunted by what I call emotional porn – or else, an exhibitionistic intercourse between erotic dreams and futuristic nightmares. To put in another way, I want to speak about he sensational encounter between an American blockbuster film and the cultural as well as sexual sock of material misery and erotic desolation.


The film represents the way in which your body represents fear within a dream – it is a representation of a representation that takes the form of dream within a dream; one that unfolds on screen with no gabs and delays, in a fast-pasted and spectacular way – or else – 'in the American way' that ''fit us all''. The act of floating in space evokes the way you move when you dream: sometimes you want to run -- but your feet refuse to wiggle - and some other times you play backgammon with gravity – your body goes up and down – flies and lands – as if you were the dice in the handful of an invisible player. What is terrific in n this case is that the super-physical powers and the bleakest version of a body-in-dream are simultaneously combined. The heroes sail in space with the grace of a ballet dancer or the serenity of a baby in the wet pocket of his mum -- and at the same moment – their bodies freeze, lose their breath and get smashed into pieces. Hyper-space re-stages and violates the sensation of a dream-space.

                                                                            


                                                                         


Just like in a dream -- in the movie, when you grab something it changes into something else or turns into pieces.. Just like in thriller - so in a dream - every act is interrupted by another.: something always happens and the completion of an action is recurrently postponed As is well-known no dream has ever ended: its closure is always crushed by a sudden awakening - which in turn sets in motion a new succession of idyllic and horrific scenes. The boundaries between waking and sleeping is not fixed. The alarm, for example, might remind you that you do not live in the world of nightmare - but it immediately lands you in the nightmare of morning work (or unemployment) -- alarm is simultaneously the soundtrack of awakening and daydreaming-- a signal of resubmission to the sleep-walking mechanics of the daily routine. It is a transitory sound-scape, one that heralds relief and anxiety – an end and a beginning. In the similar way, in a sci-fi thriller – hyper space is simultaneously the setting of dream and nightmare -- it fades away and is then re-animated all over again – even when the final act of transition, the return to earth, is accomplished

                                   

The landing scenes mix the ecstasy of relief with the restarting of a disaster - the bottom of the sea re-enacts the atmospheric discontents of hyperspace (lack of oxygen , levitation and trapping). The mainland -- the ultimate goal – opens up before the bare feet of the protagonist - like a virgin and wild environment - a new setting of threat and awe - equally scary and exotic with the hypnotic landscape of the hyperspace. Sleep and waking - fire and water - land and air – pour themselves into each other. The film does not actually end -- we do not know what the protagonist will do in order to survive on earth. Even more so, we do not know what the viewer would do after leaving the movie theatre. You keep on walking out of the cinema hall knowing that the earth is a field of forces that you cannot control -- a spider-web of actions and reactions that spreads around you as if you were a stoned fly.

                                                                 

The most impressively three-dimensional effect of this film is fear: Here comes a movie without a plot - a moving image with no story. It inspires a sense of awe as sudden, deep and bizarre as the one you felt when confronted with the tablecloths purchased by your grandma in a street-fair (visualize hunting scenes in the wild forest) or  children's crafted art on mourning ('' my mum grew butterfly-wings and flew away from the hospital'') or the dream-graphic diary of a psychotic – or a 'fool for Christ' - who experiences the fall as flight and vice versa. Above all, therefore this is modernized biography of martyrdom -- a new form of hagiography – one that re-stages human suffering in hyper-pace – re-adapting for the screen the psycho-psychogeography of the desert. This the desert of the Bible but also the desert of the American western: the main male character listens to country music, talks like as cowboy and rides through space as if he was riding a horse.
                                                                        


In moments of utter despair, the camera focuses on traditional religious objects: a small Russian-Byzantize Hagiography (in the Russian spacecraft ) and a Buddha (in the Chinese). In the following scenes, the hagiography turns into a portraiture of love. The astronaut who was thought dead returns unexpectedly out of the window and prevents the protagonist from suicide. The astronaut is George Clooney – who is essentially playing himself. He evokes the cool star who descends from the screen: here the spacecraft's window works brilliantly as a metaphor for the cinematic or televisual screen. Radio frequencies -- received from earth – lull the protagonist. The miraculous arrrival of the 'man' gives the answer the problem. Then the stoned protagonist/spectator wakes up and realizes that her savior was a hallucination. This is a self- reflective comment in disguise. Without blocking the suspense - cinema reflects on cinema by dramatizing the illusory substance of its stardom and the gender ''of its (dis-)illusioned believers. Here comes a dream speaks about a dream – or else, a dream that teaches you how to escape from a nightmare.

                                                                    

The message-that-saves is spelled by the imaginary lover - the star , the saint of the screen, the new god. In deep contrast with the Biblical story Adam and Eve though, his figure is made out of the bowels of the ' weak sex ', meaning, out of the protagonist's erotic and fearful impulses. She saves herself through her own immersion into hallucination -- she speaks (to her own mind) through the 'spectacular' male body of her fantasies. In this way, Hollywood seems to situate itself against the religious imagery of post - communist countries (Russia and China). Semi - ironically and semi - dramatically – in accordance with the ambivalent face expressions of Clooney – the screen announces: I am the erotic opium of my viewers - and indeed, I am a dream that can be seen with the eyes wide open.

                                                               
 
At the same time, the material culture of the film playfully winks at the erotic face of the present -- the current interface culture of eroticism – the cyber-galactic windows of the Internet, Facebook and Whisper: the new erotic Bibles of the poor. We are trapped in our rooms like in space capsules – we paint the illusory faces of our lovers through whispers, pictures and radio frequencies. We build erotic profiles out of our transmedia hallucinations. And when all seems to be lost, we allow them to ride our mind as if they were space-cowboys. Then we wake up - give a slap on our rump -- and run without saddle in the 'desert of the real.'
                                                                  

                                                 

29.12.13

the writing of love and the love of writing

we do not just write in order to be loved -- we write in order to be able to love --

an effort to write is an effort to create eroticism -- to establish the precondition of unconditional love
Love here is the ability to subvert narcissism through ecstasy --

As any form of ecstasy,  this experience does not necessarily last for ever -- it is an exceptional moment -- a climax -- an explosion that disrupts flat intervals of time.

It is not a contract, a law or a property -- it is a state of mind in which the boundaries of you ''ego' become indissociable from the gaze of your lover/reader.

 -- you love you by loving me -- I love me by loving you.


Η (βάρβαρη) περιφρόνηση της διαδικτυακής λογοτεχνίας

Γιατί τα περισσότερα βραβεία λογοτεχνίας αποκλείουν την παραγωγή γραφής στο διαδίκτυο; Oλόκληρες επιστήμες μελετούν τις επιγραφές που διασώθηκαν πάνω σε σπαράγματα αρχαίων τοίχων. Πως γίνεται οι επίσημοι πολιτισμικοί θεσμοί να αγνοούν την αισθητική σπουδαιότητα της  σύγχρονης ηλεκτρονικής επιγραφικής;

Το διαδίκτυο στην ουσία ανήγγειλε με τον πλεόν θριαμβευτικό τρόπο την επιστροφή του γραπτού λόγου στην εποχή της εικόνας --   έφτιαξε μια νέα τηλεόραση από λέξεις. Ανακάτεψε και επανεφηύρε τα είδη του λόγου και της φαντασίας -- διέλυσε τη διάκριση ανάμεσα στην ποίηση, την πληροφορία και το πορνό
 --  καθιέρωσε μια ανα-γέννηση της απόλαυσης μέσα από τη γραφή. 


Η άγνοια της διαδικτυκής εμπειρίας της γραφής προδίδει μια θεμελιώδη άγνοια τη σημασίας της λογοτεχνίας στο παρόν και παράλληλα μια άγνοια των διαχρονικών σχηματων του λόγου. Οι επιτροπές λογοτεχνικών γραφείων στην ουσία μεταχειρίζονται  μια ''μετωνυμία'' ως κυριολεξία -- θεωρούν δηλαδή ότι λογοτεχνία είναι το ''βιβλίο'' -- το υλικό σκεύος της γλώσσας -- και όχι η εμπειρία της γλώσσας.

Πρέπει κάποιος να τους εξηγήσει ότι λογοτεχνία δεν είναι ένα αντικείμενο αλλά μια κατάσταση -- ένα είδος καταβύθισης μέσα στη γραφή και ένας πολλαπλασιασμός των ηδονοθηρικών της δυνατοτήτων...

ένας ολόκληρος πολιτισμός σύγχρονης γραφής χάνεται και πάραμελείται-- εξαιτίας της τυφλότητας των ειδκών, των επιτροπών και των ειδημόνων...



28.12.13

η διεθνής πρωτοπορία της μετριότητας.

Τις προάλλες, ένα χιπστεράκι (γλυκούλι) γιαποειδές με πέρασε για απατεώνα! Δεν πίστευε με τίποτα ότι έχω διδακτορικό -- του  έκανα  λέει σαν σουβλατζής σε κεμπάπ -- και με παρακαλούσε να σταματήσω το δούλεμα.


Σκέφτηκα να του πω δίκιο έχεις-- κεμπάπ φτιάχνω -- αλλά πληρώνομαι μαύρα. Επίτηδες.  Για να έχω μετά την ευχαρίστηση να διεκδικώ επιδόματα που πληρώνεις εσύ από την τσέπη σου. Ναι καλέ μου φορολογούμενε --  queer πρίγκιπα των γραφείων --  άγριο νιάτο του dancefloor -- αγκάλιασε με --εγώ είμαι! Το αγαπημένο σου παράσιτο. 


[Νομίζω ότι αυτό που λέμε βλαχομπαρόκ νεοπλουτισμός ή ηγεμονικός κνιτισμός -- είναι μια διεθνής αρρώστια του μυαλού που χτυπάει εξίσου φιλελέ χιπστεράκια με εμπριμέ πουκάμισα -- όσο και ζάπλουτους νεο υορκέzους συγγραφείς μαθημένους να τακτοποιούν το κόσμο μέσα σε οικεία, ασφαλή και σαπισμένα σχήματα]



Αισθάνομαι καμιά φορά ότι σκοτεινά και μονόχνωτα μυαλά κυβερνούν τον κόσμο και τις σημασίες του...



                                                                           


24.12.13

Πως να Καταπίνεις Υπαρξιακές Χυλόπιτες με Διαστημική Ευλάβεια: Επιστημονική Φαντασία και Καψούρα.


Είδα το Gravity χθες – και νομίζω ότι κατάλαβα γιατί τρέλανε τόσο κόσμο: περιγράφει με πολλή λιτότητα και δεξιοτεχνία έναν πολύ οικείο εφιάλτη – έναν φόβο σύγχρονο, παγκόσμιο και πανσεξουαλικό. Την ασφυξία του αποπροσανατολισμού ''δεν ξέρω που πατάω και που βρίσκομαι'', ''δεν ξέρω τι κάνω στη ζωή μου'' ''δεν μπορώ να δω που πηγαίνω'', ''κάποιος να μου μιλήσει στο ακουστικό τώρα -μίλα μου σε παρακαλώ'' ''Με καταπίνει στο σκοτάδι'' ''δεν μπορώ να αναπνεύσω'' ''σώσε με''. Πρόκειται για μια μικρή χορογραφία πανικού – σχεδόν χωρίς καθόλου υπόθεση – ακριβώς όπως και μια ζωή χωρίς πλοκή. Όλο σου το 'σενάριο' αποτελείται από τυχαίες εικόνες και σπαράγματα σκέψεων που γυρίζουν σε αντίστροφη τροχιά γύρω από το σώμα σου –όταν στριφογυρίζεις άυπνος πάνω στο κρεβάτι. 
                                                            

Το μοτίβο του εφιάλτη είναι πολύ απλό: Ένα κατσαβίδι ή ένας σπινθήρας ή ένα ιπτάμενο εξάρτημα πετάγεται ξαφνικά και τεντώνει το νήμα της ζωής σου σαν σφεντόνα. Από αυτήν την άποψη το Gravity μου θύμισε ένα παλιό ιρανικό φιλμ – για ένα παιδάκι που είχε εγκλωβιστεί σε διαμέρισμα και δεν μπορούσε να βγει. Δεν θυμάμαι τον τίτλο του – αλλά η (μη-)υπόθεση του έχει εντυπωθεί στη μνήμη ακριβώς επειδή μου θυμίζει τον διαρκή ψυχικό και βιολογικό όλεθρο που ζω όταν κάνω γκάφες. Δεν χρειάζεσαι πάντα έναν ''κακό'' χαρακτήρα για να ζήσεις ένα δράμα -- η αφηρημάδα, η ατυχία και η έλλειψη ανακλαστικών μπορούν πολύ άνετα να αφήσουν τη ζωή σου γλιστρήσει μέσα από τα χέρια σου και να σκάσει με ένα υπόκωφο πάταγο μέσα στο κενό. Αυτό που λέμε ''τραγωδία΄'' δεν παράγεται μόνο από την ηθική σύγκρουση ανάμεσα σε θύματα και θύτες – Αντιγόνες και Κρέοντες – αλλά από τυχαία λάθη, άγαρμπες γκάφες και μαλακίες της στιγμής. Ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, μία τρικλοποδιά στις σκάλες, ένα κινητό που έπεσε από την τσέπη... αλλάζουν τη βαρύτητα του χρόνου – τον ρυθμό της αναπνοής σου
-- και κυρίως τον τρόπο που είσαι μέσα το σώμα σου
                                                                

Δεν είναι ακριβώς απαραίτητο να πάει κανείς σε 3D IMAX οθόνη για να συλλάβει κανείς τον παλμό της ταινίας. Ίσως μάλιστα θα είχε πιο πολλή πλάκα να την κατεβάσεις από το ίντερνετ και να την παρακολουθήσεις στο κινητό σου κάνοντας κούνια μπέλα, τραμπάλα ή – ακόμη καλύτερα – κωλοτούμπες στο γερανό ενός λούνα-παρκ. Πάντως με αφορμή αυτόν τον ίλιγγο – που παίζει πινγκ πονγκ με τα νεύρα σου εντός και εκτός οθόνης – εγώ θέλω να πορνογραφήσω πάλι. Θέλω να μιλήσω δηλαδή για τη σχέση ενός μέτριου αμερικανικού blockbuster με το χρόνο, την υλική εξαθλίωση-- και κυρίως -- την ερωτική ερήμωση.

Η ταινία αναπαριστά τον τρόπο με τον οποίο το σώμα σου αναπαριστά το φόβο στο εσωτερικό ενός ονείρου (να ένα όνειρο μέσα σε όνειρο -- χωρίς πολλές φλυαρίες -- απλά και φαντασμαγορικά -- in the american way -- για να μας χωράει όλους). Η αιώρηση στο διάστημα παραπέμπει στον τρόπο που κινείσαι όταν ονειρεύεσαι: άλλες φορές θέλεις να τρέξεις αλλά τα πόδια σου δεν κουνιούνται – και άλλες φορές παίζεις τάβλι με τη βαρύτητα – δηλαδή απογειώνεσαι και προσγειώνεσαι σαν 'σαι το ζάρι στην χούφτα ενός αόρατου παίκτη. Το τρομακτικό σε αυτήν την περίπτωση είναι ότι οι σούπερ σωματικές ιδιότητες των ονείρων συνδυάζονται με τις πλέον σκοτεινές τους εκδοχές. Αν και οι ήρωες πλέουν στο διάστημα με τη χάρη μιας μπαλαρίνας ή με τη γαλήνη ενός μωρού στον υγρό θύλακα της μαμάς του – την ίδια στιγμή παγώνουν, χάνουν την αναπνοή τους και σμπαραλιάζονται. 



Όπως και σε ένα όνειρο έτσι και στην ταινία, όταν πας να πιάσεις κάτι μεταμορφώνεται ή γίνεται σκόνη. Πάντως πάντα κάτι συμβαίνει και η ολοκλήρωση μιας πράξης αναβάλλεται. Και όπως ακριβώς και στο θρίλερ – έτσι και σε ένα όνειρο -- κάθε πράξη διακόπτεται από μια άλλη. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ποτέ κανένα όνειρο δεν τέλειωσε ποτέ: Πάντα η αφήγηση συντρίβεται από ένα απότομα ξύπνημα -- που με τη σειρά του βάζει σε κίνηση σε μια νέα αλληλοδιαδοχή από ειδυλλιακές και φρικτές σκηνές. Τα όρια ανάμεσα στο ξύπνιο και τον ύπνο δεν είναι ξεκάθαρα. Το ξυπνητήρι για παράδειγμα, μπορεί σου υπενθυμίζει ανακουφιστικά ότι δεν ζεις στον κόσμο του εφιάλτη σου -- αλλά αμέσως μετά σε προσγειώνει στον εφιάλτη της πρωινής εργασίας (ή της ανεργίας). Έτσι και σε ένα sci-fi θρίλερ – το διάστημα είναι ένας χώρος ονειρικής και εφιαλτικής πλοήγησης που σβήνει --και ταυτόχρονα ξανανάβει – μετά την επιστροφή στη γη.


Οι σκηνές της προσγείωσης αναμιγνύουν την έκσταση της ανακούφισης με την επανεκίνηση της συμφοράς – ο βυθός της θάλασσας αναπαριστά με την ατμόσφαιρα του διαστήματος (έλλειψη οξυγόνου, αιώρηση και εγκλωβισμός). Το ηπειρωτικό έδαφος – ο τελικός στόχος -- απλώνεται – στα γυμνά πόδια της πρωταγωνιστρίας -- σαν ένα παρθένο και άγριο περιβάλλον – ένας νέο πεδίο μαρτυρίου – εξίσου τρομακτικό και εξωτικό με τον υπνωτικό διάκοσμο ντου διαστήματος. Ύπνος και ξύπνιος – φωτιά και νερό – γη και αέρας – χύνονται το ένα μέσα στο άλλο. Η ταινία στην ουσία δεν τελειώνει – δεν ξέρουμε τι θα κάνει η πρωταγωνίστρια -- χωρίς καμιά επικοινωνία--για να επιβιώσει πάνω στη γη. Πολύ περισσότερο -- δεν ξέρουμε τι θα κάνει ο θεατής μόλις βγει από την αίθουσα. Συνεχίζεις να περπατάς έξω από την αίθουσα γνωρίζοντας ότι πλέεις στον αέρα – η γη είναι ένα ακαθόριστο πεδίο από δυνάμεις που δεν ελέγχεις – ένας αραχνο-ιστός δράσεων και αντιδράσεων που κολλάνε πάνω σου -- σα να σαι μια μαστουρωμένη μύγα. 

                                                         
Αυτό που είναι τρισδιάστατο σε αυτήν την ταινία είναι ο φόβος: Να μια ταινία χωρίς υπόθεση – μια σχεδόν κινούμενη εικόνα χωρίς ιστορία -- που σου προκαλεί το ίδιο δέος με τα τραπεζομάντηλα που αγόραζε η γιαγιά από τη λαϊκή (σκηνές κυνηγιού στην άγρια δύση) ή μια παιδική χειροτεχνία πένθους (η μαμά έβγαλε φτερά πεταλούδας και πέταξε μακριά από το νοσοκομείο) ή το ονειρο-γραφικό ημερολόγιο ενός ψυχωσικού – ή ενός ''δια χριστόν σαλού'' – που βιώνει την πτώση ως πτήση και αντίστροφα. Πάνω απ' όλα λοιπόν πρόκειται για ένα μοντερνισμένο συναξάρι -- νέα μορφή αγιογραφίας – που τοποθετεί το ανθρώπινο μαρτύριο στο διάστημα αντί για την έρημο – την έρημο της Βίβλου (αλλά και την αμερικανική έρημο των γουέστερν – ο κεντρικός αρσενικός ήρωας ακούει κάντρι, μιλάει σαν κάουμπόι και ιππεύει την ατμόσφαιρα σαν να καβαλάει άλογο)

Σε στιγμές απόγνωσης – η κάμερα εστιάζει σε παραδοσιακά θρησκευτικά αντικείμενα -- μια μικρή ρωσοβυζαντινή αγιογραφία (στο ρωσικό σκάφος) και ένα βούδας (στο κινεζικό). Μετά η αγιογραφία μετουσιώνεται σε ερωτογραφία. Ο αστροναύτης που νομίσαμε νεκρό – επιστρέφει από το παράθυρο -- για να αποτρέψει την πρωταγωνίστρια από την αυτοκτονία. Ο αστροναύτης είναι ο George Clooney – που κατά κάποιο τρόπο παίζει τον εαυτό του. Είναι ο cool σταρ που θα κατέβει από την οθόνη: εδώ το παράθυρο του σκάφους λειτουργεί έξοχα ως μεταφορά της οθόνης του κινηματογράφου ή της τηλεόρασης. Την ίδια ακριβώς στιγμή ραδιοσυχνότητες από τη γη ''νανουρίζουν'' τη πρωταγωνίστρια. Ο 'αντρας' δίνει τη λύση – η μαστουρωμένη πρωταγωνίστρια (τηλε-θέατρια) ξυπνά και συνειδητοποιεί ότι ήταν ο σωτήρας ήταν μια οπτασία. Πρόκειται για ένα έξοχο αυτο-αναφορικό σχόλιο. Χωρίς να μπλοκάρει το σασπένς – ο κινηματογράφος στοχάζεται πάνω στο κινηματογράφο – δηλαδή πάνω στην ψευδαισθητικότητα του και το ''φύλο'' των πιστών του.   

                                                                 
 
                                                                    
Αυτό που σώζει την πρωταγωνίστρια είναι αυτό που της ψυθυρίζει στο αυτί ο φαντασιακός της εραστής – ο σταρ, ο άγιος της οθόνης, ο νέος θεός -- που κατά πλήρη αντιπαραβολή προς τον Αδάμ και Εύα – εδώ πλάθεται από τα σπλάχνα του 'ασθενούς φύλου' -- δηλαδή από το υλικό των ερωτικών και φοβικών ενορμήσεων της πρωταγωνίστριας. Και κάπως έτσι ο αμερικανικός κινηματογράφος τοποθετεί τον εαυτό του -- πλάι στις θρησκείες των μετα-κομμουνιστικών κρατών (ρωσία και κίνα). Ημι-ειρωνικά και ημι-δραματικα – όπως και το αμφίθυμο φρύδι του Κλούνει – μας λέει μπροστά την κάμερα -- εγώ είμαι το όπιο των θεατών μου –και μάλιστα είμαι ένα όνειρο που βλέπεται με τα μάτια ανοιχτά.  

                                                                     
 

Παράλληλα μοιάζει να κλείνει το μάτι στην νέα ερωτική διαδραστικότητα της οθόνης – αυτή που αναπαράγουν τα διαστημικά παράθυρα του διαδικτύου, του facebook και του whisper – δηλαδή, το νέο ερωτικό συναξάρι του φτωχού. Είμαστε εγκλωβισμένοι στο δωμάτιο μας σαν σε μια διαστημική κάψουλα – ζωγραφίζουμε το παραισθητικό προφίλ των εραστών μας – με ψιθύρους, εικόνες, ραδιο-συχνότητες. Φτιάχνουμε από τα δικό μας σώμα – ένα ερωτικό είδωλο. Και όταν όλα μοιάζουν χαμένα, το βάζουμε να καβαλήσει το μυαλό μας όπως ένας καουμπόη του διαστήματος Μετά ξυπνάμε – δίνουμε μια σφαλιάρα στα καπούλια μας – και τρέχουμε ασέλωτοι στην έρημο του πραγματικού.