21.1.13

Η δολοπλοκία των Bijoux De Kant: η (H Lifo δημοσίευσε το παρακάτω κείμενο μου για την παράσταση των Bijoux de Cant http://www.lifo.gr/team/ekei/35480 )

 Η Μελαγχολία του Φύλου και το Πένθος του Παρόντος

Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος;  H παράσταση ''Είμαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσομπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία.

Μέσα από ένα συμπίλημα  ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας  φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την  καύλα του  για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού --  εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους.

Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό –  ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες –   μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση  ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη –  το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο  αντρικό βλέμμα.  Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν  το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο –  αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’   επέκταση  του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία.

Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου.   Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζτογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή,  το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του.  Βυθισμένο μέσα σε μια  υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται.

Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την  επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας  που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το  φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους.
 
















Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος; H παράσταση ''Είσαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσοπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία. Μέσα από ένα συμπίλημα ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την καύλα του για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού -- εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους. Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό – ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες – μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη – το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο αντρικό βλέμμα. Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο – αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’ επέκταση του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία. Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου. Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή, το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του. Βυθισμένο μέσα σε μια υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται. Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους. Πηγή: www.lifo.gr
δολοπλοκία των Bijoux De Kant: η Μελαγχολία του Φύλου και το Πένθος του Παρόντος. Μην ακούς τους υστερικούς - η ερωτογραφία είναι το νέο λεξιλόγιο της απόγνωσης / Ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος στην παράσταση των Bijoux De Cant ΣΧΟΛΙΑ (0) 9 φωτο: Π. Μιχαήλ φωτο: Π. Μιχαήλ Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος; H παράσταση ''Είσαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσοπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία. Μέσα από ένα συμπίλημα ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την καύλα του για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού -- εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους. Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό – ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες – μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη – το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο αντρικό βλέμμα. Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο – αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’ επέκταση του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία. Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου. Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή, το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του. Βυθισμένο μέσα σε μια υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται. Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους. Πηγή: www.lifo.gr

14.1.13

ο Γιώργος Χειμωνάς και το κραγιόν της Μαλβίνας Κάραλη

Το θυμάμαι ακόμη – μιαν αναγνωστική παράνοια – έβλεπα τη Μαρία Μήτσορα να διαθλάται σαν φάντασμα πάνω στο λαϊκό-punk ιδίωμα της Μαλβίνας Κάραλη. ''Άραγε'', έλεγα, ''το μαύρο φωσφοριζέ κραγιόν μιας τηλεπερσόνας ήταν βουτηγμένο στο μελάνι μιας Σκόρπιας Ζωής;'' 'Ολα αυτά βέβαια τα θυμάμαι σαν μια γεωμετρική αναλογία – όχι σαν γνώση – αλλά σαν ένα άναρχο μεθύσι αντιθέσεων και πόζας.

Γενικώς καμιά φορά βαριέμαι την ποιητική γλώσσα, το λογοτεχνικό ύφος, τη μυθολογία των 1980ς – κι ας είμαι εθισμένος μέσα στην 'ιερότητα' τους -- για παράδειγμα όταν βλέπω το Γιώργο Χειμωνά να διαβάζει ποίηση στην κρατική τηλεόραση... σκάω στα γέλια – και αμέσως μετά μου ρχεται να ερμηνεύσω το ύφος του κρυπτικά: η πρόβα ενός τραβεστί – λίγο πριν ντυθεί για την οθόνη του δρόμου – ο βερμπαλισμός και η κακομοιριά του στόμφου αποτελούν το μακιγιάζ του αυτο-εξευτελισμού –
και κάπως έτσι παρηγορούμαι και εκστασιάζομαι...

Καμιά φορά σκέφτομαι ότι μέσα στην παράξενη πύκνωση του αθηναϊκού χώρου – μέσα σε εκείνες τις μικρές αποστάσεις από το πεζοδρόμιο στην οθόνη – από το κέντρο στο περιθώριο – από τη βίλα στην πολυκατοικία -- κάτω από τη συστηματική παραγωγή χάους -- διαπράχθηκαν εξωφρενικές συζεύξεις.
Μια μυθολογία σκιών ανακατεύτηκε δια(σ)τροφικά με τις glitter αποχρώσεις του μικροαστικού mainstream.
Και κάπως έτσι αρθρώθηκε ένα μαγικός μικρο-αστισμός....

                                                             

12.1.13

ΝGO on acid: Καταληψίες Εμμονών στο Λονδίνο

Tις προάλλες πήγα για φαγητό με την P. μια Ιταλίδα 27 χρονών που έχει γίνει η πιο κολλητή μου φίλη στο Λονδίνο. Μασουλώντας τα κουνουπίδια από το Planet Organic, μου εξομολογήθηκε ότι έχει πάρει πια τις αποφάσεις και δεν τη νοιάζει τίποτα, ούτε το credit crunch, ούτε η αγγλική κατάθλιψη. Αποφάσισε να αφήσει τη δουλειά της και να γυρίσει το κόσμο με το αγόρι της. Μετά θα γυρίσει για να κάνει ενα διδακτορικό στη φιλοσοφία του χορού. Τη δεχτήκαν στο πανεπιστήμιο του Durham.

Καθώς μιλάει την κοιτάζω λίγο υπνωτισμένος. Δεν είναι η μεσημεριάτικη ραστώνη, δεν είναι που φυσάει ανοιξιάτικο αεράκι. Είναι που βλέπω πως έχει χωνευτεί στα μάτια της η εμπειρία της επιλογής, της θυσίας και του ρίσκου: η πολιτική της ύπαρξης δηλαδή. Η P.ξέρει πολύ καλά πως είναι να ζεις χωρίς φράγκα στο Λονδίνο. Πριν δυο χρόνια έτρεχε από κατάληψη σε κατάληψη, ξημεροβραδιαζόταν σε ταράτσες, έκλεβε φαγητό από το Planet Organic, μάζευε τα λαχανικά που έμεναν από τη λαϊκή αγορά στην Covent Garden, βουτούσε βιβλία από το Waterstones και ποτήρια από τις pub. Μια φορά φόρα κόντεψαν να τη συλλάβουν για παράνομη χρήση βεγγαλικών, μια άλλη κάτι γουρούνια μπράβοι μπήκαν στο σπίτι που είχαν καταλάβει και γλίτωσε το ξύλο παρατρίχα (όπως περίπου γίνεται στην αρχική σκηνή του ‘Ωραίο μου πλυντήριο’)
Μετά έζησε για μήνες σε ένα μικρό κατειλημμένο σπίτι στο Elephant and Castle, χωρίς ζεστό νερό και ηλεκτρικό όπου αρρώσταινε κάθε εβδομάδα με αποτέλεσμα να αρχίσει να εξαϋλώνεται. Τσακωθήκαμε. Την έχασα. Έφυγε. Τα ξαναβρήκαμε. Και μετά εκείνη βρήκε μια διοκητική δουλειά στο Πανεπιστημίο του Λονδίνου, με καλά λεφτά.. που μετά από ενάμισι χρόνο και αφού της ανακοίνωσαν τη μονιμοποίηση της, ...αποφασίζει να αφήσει. Είναι σαν να αφήνεις δουλειά δημόσιου υπαλλήλου: αν το δήλωνε αυτό στη θεία μου θα την έσερνε με χειροπέδες στο ψυχίατρο, τον παπά και τον εξορκιστή (με αυτή τη σειρά). Βγάζω τη θεία μου από το τοπίο και επιστρέφω στην P. και μια φίλη της, η J. που μπήκε ξαφνικά στο Planet Organic και την αγκαλιάζει γεμάτη ενθουσιαμό και τρυφερότητα. Συστηνόμαστε και καθώς προχωράμε προς το πάρκο θυμάμαι που την ξέρω: πριν μερικά χρόνια ζούσε στη μεγάλη κατάληψη της Russel Square. Το θυμάμαι καλά, μια νύχτα που όλα τα παιδιά έιχαν πάρει Acid και θέλαν να περπατήσουμε από το κέντρο μέχρι το Brixton, ήταν η μόνη που (παρά το συντονισμό της με τη γενική ατμόσφαιρα πτήσης) προειδοποιούσε για το αδύνατον του εγχειρήματος. Τελικά δεν κάναμε ούτε τη μισή διαδρομή. Περάσαμε τη Waterloo bridge και αράξαμε στο ποτάμι.

Θυμάμαι ότι τότε είχα μια βαθειά δυσπιστία για όλα αυτά.. σκεφτόμουν ότι όπως η P. (που οι γονείς της είναι εύποροι) έτσι και πολλά από κείνα τα παιδιά παίζαν εκ του ασφαλούς..όπως τόσοι και τόσοι εύποροι χίπις στην Αθήνα.. φελλοί του περιθωριακού lifestyle, ρετρό βρικόλακες της παρακμής, με σπίτι στο Κολωνάκι και το Μαρούσι...και φίλους στον ημερήσιο τύπο, στα σαλόνια και στις καταλήψεις. Βλέποντας όμως τη J. αλλάζω άποψη: η J. όπως και μερικά άλλα παιδιά εκείνης της παρέας, άφησε τη χημική θαλπωρή του Λονδίνου και πήγε να δουλέψει σε ένα relief organization στην Παλαιστίνη. Έχει ήδη φάει μια σφαίρα στο πόδι εν ώρα υπηρεσίας και τώρα δουλεύει στα ασθενοφόρα γιατί πολλοί από τους paramedics σκοτώθηκαν. Μας λέει ότι στην Παλαιστίνη είχαν φοβερές απώλειες σε ιατρικό προσωπικό και οι Ισραηλινοί εξακολουθούν να παρακωλύουν την εισροή ιατρικής βοήθειας. Λέει ότι προτιμά να δουλεύει στο ασθενοφόρο παρά να γράφει δελτία τύπου.
Η ηρεμία και η γλυκύτητα στους τρόπους της με ηρεμούν. Μας συστήνει σε δυο φίλους της που είναι ντυμένοι πολύχρωμα: τρικολόρε λεπτόλιγνες υπάρξεις που από μακριά μοιάζουν σα διαφημιστικές λεζάντες μανάβικου, σαν σάπιοι απόγονοι της Φρουτοπίας. Καθώς απομακρυνόμαστε από την παρέα, οι ζαλισμένες μέρες των καταλήψεων υποχωρούν και επιστρέφουν πάλι μέσα από τα σχόλια της P. Μου λέει ‘Αγαπάω τη J. είναι ένας αληθινός άνθρωπος ..όχι όμως και οι φίλοι της..τους είδες.. σε ρωτάν τι κάνεις .. χωρίς πραγματικά να εννοούν την ερώτηση τους.. δεν είναι ουσιαστικά φιλικοί, είναι ψεύτικα όντα των.. αγγλικών καταλήψεων’.. Θέλω να της πω ότι και των ελληνικών έτσι είναι..δεν είναι εθνικό το θέμα..
Καθώς πέφτει ο απογευματινός ήλιος πάνω μου σκέφτομαι μια παλιά συνέντευξη του Αλέξανδρου Μπίστικα στο 01..την είχα διαβάσει στα 15 μου.. έλεγε ότι νοσταλγούσε τις μέρες των καταλήψεων στην Αγγλία, όταν έκανε μπάνιο σε σπίτια με παραβιασμένες κλειδαριές .. ‘Οταν τα έλεγε αυτά νοσηλεύονταν από aids στον Ευαγγελισμό. Ξαφνικά φοβάμαι ότι η J. θα πεθάνει όπως πέθανε ο Μπίστικας...και ότι ο θάνατος είναι εξίσου τραγικός αν είσαι φτωχός ή πλούσιος, αν πας από σφαίρα ή από από μια συνουσία. ‘Ομως σκέφτομαι επίσης ότι o Μπίστικας είχε προνομιακή ανατροφή και αρκετή προβολή από τα media.., ενώ πολλοί άλλοι ταλαντούχοι άνθρωποι πέθαναν στην αφάνεια... αν η J. πεθάνει δεν θα έχει πολλές πιθανότητες να γίνει γνωστή... Περισσότερες πιθανότητες δόξας θα έχει ισως κάποιο αντιπαθητικό μέλος της παρέας της, κάποιο καλοθρεμμένο παιδί, απόφοιτο της Rada, που θα υποδύονταν τη J. σε μια ταινία που θα τιμούσε τη μνήμη της...
Σκέφτομαι ότι η πολιτική εισχωρεί έτσι απρόβλεπτα στην ονειροπόληση της νεότητας.. Κάποια στιγμή ξυπνάς και δεν βλέπεις ήρωες και περιπέτειες, μόνο πλούσιους και φτωχούς, ψωνάρες και fashion victims, προνομιούχους και μη προνομιούχους…οι πρωταγωνιστές της bohemia είναι παρα-προϊόντα της άρχουσας τάξης: ευϋπόληπτα παράσιτα. ‘Οταν ξανα-παραδοθείς στον ύπνο όμως, ξαναβρίσκεσαι στην κατάληψη της Russel Square, o Μπίστικας είναι παιδί της ηλικίας σου, παίρνετε acid μαζί και σώζετε τον κόσμο..και δεν σε πειράζει καθόλου που στα 30 σου, όταν μετά βίας ξέρεις να δένεις τα κορδόνια σου, βλέπεις τα άλλα παιδιά της γης κάνουν το γύρο του κόσμου...

14.12.12

Κόκκινα Λεωφορεία


Το 29 κάνει πάνω από μια ώρα να φτάσει από τη Trafalgar Square στο Woodgreen. Έχει όμως πολύ συχνά δρομολόγια και δε χρειάζεται να χτυπήσεις εισιτήριο στην είσοδο. Ο μόνος κίνδυνος είναι οι ελεγκτές (που ευτυχώς εμφανίζονται πολύ σπάνια). Είναι το αγαπημένο λεωφορείο των τζαμπατζήδων. Συνήθως στο πίσω μέρος τα πρεζάκια ξαπλώνουν και κοιμούνται ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες συνωστίζονται μπροστά. Κρατούν τη μύτη τους και ανοίγουν το παράθυρο για να εισπνεύσουν παγωμένο αέρα μες στο καταχείμωνο.
Απόψε το περιμένω μούσκεμα από τη βροχή. Μπαίνω και αντικρίζω ένα όχημα χωρισμένο στα δύο. Στο μπροστινό μέρος ένα τσίρκο: εμπριμέ φορεματάκια πάνω σε ισχνά σώματα φοιτητριών, αναψοκοκκινισμένα χαμόγελα, αμήχανες γριούλες. Φωνές που πασαλείβονται μεταξύ τους: Πολωνοί, Τούρκοι, Κινέζοι και Έλληνες. Όλοι κολλημένοι μπροστά. Ένα ξεκούρδιστο μουσικό κουτί πάνω σε ρόδες.
Και στο πίσω μέρος ησυχία. Τα άδεια καθίσματα έχουν κάτι από την αυθάδεια των κενών κενών σελίδων ενός κακοτυπωμένου βιβλίου. Και όπως πάντα, μια και μόνη σελίδα –απόψε το τσαλακωμένο σώμα ενός τυπάκου – κάθεται σαν κερασάκι πάνω κενό. Δεν πρέπει να είναι πάνω από είκοσι. Η επιδερμίδα του είναι κόκκινη και μουδιασμένη. Σα να ξηλώθηκε με μανία από ένα άλμπουμ ανθογραφίας. Σε κάθε στροφή, τα τζάμια του λεωφορείου γυρνάνε γύρω μας σαν ακορντεόν από γυαλί. Είμαστε όλοι φυτά. Φυτά που ματώνουν. Στο κεφάλι έχει τεράστιο καρούμπαλο γαρνιρισμένο με πηχτές πινελιές αίματος. Πίνω λίγο σοκολατούχο γάλα, κοιτάζω το ρολόι και κάνω πως σκέφτομαι το μέλλον. Σε λιγάκι η μυρωδιά της εξαθλίωσης με τραβάει απαλά από τη μύτη και πιέζει το κεφάλι μου προς το διαλυμένο σώμα. Παραδίδομαι. Και αλλάζω. Αρχίζω να γίνομαι όπως μεσήλικες Αμερικάνες συλλέκτριες έργων τέχνης. Αυτές που έρχονται καμιά φορά στο Fire και τα σπάνε. Χαμογελούν σαν τον Τζόκερ, φορούν μακιγιάζ σε χρώματα ώχρας και ντύνονται όπως τα εξώφυλλα της Vogue. Δεν θα βγάλω ένα ταγέρ από τη τσάντα μου για να το φορέσω επί τόπου (όπως είχα δει να κάνει ένα αγόρι μια φορά στο μετρό), αλλά πιάνω το εαυτό μου να ξεναγεί ένα αόρατο κοινό στο λεωφορείο σαν να είναι γκαλερί:
‘Ladies and gentlemen, welcome to a site-specific re-enactment of the Marvel universe: αυτό το κινητό installation, εικονίζει το τέλος της μάχης. Μια ορδή από σούπερ ήρωες παρακολουθεί τη γέννηση ενός νέου άστρου. Κυοφορείται στο μέτωπο ενός πολεμιστή: η κάκωση στο κεφάλι του είναι η σχισμή εισόδου της νέας ζωής. Οι καγχασμοί είναι οι πόνοι της γέννας. Το σώμα του είναι μια μουσική γεννήτρια: από μέσα του θα βγει ένα μηχανικό χελιδόνι.
Mattison Road station, η στάση μου, καθώς κατευθύνομαι προς την πόρτα, κοιτάζω ξανά το παιδί με την πληγή και εισπνέω ένα ανακάτεμα πρόσκαιρης θαλπωρής και κλειστοφοβικής δυσωδίας: νομίζω ότι κάπως έτσι αναπνέουν τα πληγωμένα ζώα μετά το κυνήγι. Τώρα κατάλαβα γιατί τα λεωφορεία στο Λονδίνο είναι κόκκινα. Θέλουν να μας πουν ότι το αίμα του ενός είναι το φαντασιακό αξιοθέατο του άλλου: η φαντασμαγορία της πληγής σου είναι η πρέζα της φαντασίας μου.
 Έχω πάρει ακατάπαυστες δόσεις από αυτό το ναρκωτικό και αρχίζω σιγά σιγά να καταρρέω και γω. Νομίζω ότι τα λεωφορεία είναι το κόκκινο πύον της πόλης. Πετάγονται σαν κόκκινα άνθη στις διακλαδώσεις των οδών της. Σαν ζαλισμένα αιμοσφαίρια πλημμυρίζουν τις φλέβες και εισχωρούν στο κεφάλι της. Η πόλη αυτοκτονεί γλυκά μέσα στο αίμα της.

12.12.12

Ημέρα Περηφάνιας της Ανεργοφιλίας



1.12.12

παπάκια


   



Τοποθετούσαν χειροτεχνίες από παπάκια περιμετρικά πάνω στο βινύλιο. Η περιστροφή του δίσκου δημιουργούσε ένα τρισδιάστατο animation. Η μετάβαση του ματιού από το ένα παπάκι στο άλλο έχτιζε το μοντάζ μιας χειρονομίας. Το τραγούδι έλεγε ‘τα παπάκια στη σειρά’ και πάνω στο δίσκο χάρτινα παπάκια στη σειρά έπλεκαν μια ενιαία κίνηση σε διαδοχή. Πολλά παπάκια στη σειρά = ένα παπάκι που χορεύει. Ένα κινούμενο σχέδιο που πηδούσε έξω από την οθόνη, περπατούσε σε ένα μαύρο κύκλο και στο τέλος έσκαγε από ευτυχία – (Δηλαδή γίνονταν κομματάκια στα χέρια σου. Από αγάπη). 

                                                       
Έτσι πολλά χρόνια πριν τη συναισθησία του timeline, η μουσική ήταν ένα διαταραγμένο κολλάζ. Έλεγες: το σώμα μας είναι από χαρτί. Είμαστε μια σαΐτα. Ζούμε μέσα σε ένα video-clip. Μια μέρα θα μας θάψουν μέσα στην αγκαλιά του πικάπ. 
Οι στίχοι καθόριζαν μια σειρά από προμελετημένος κινήσεις.  Όπως κάθε ζωηρό μανιφέστο αθωότητας έτσι και αυτοί – ήταν σίγουρο – ήταν προορισμένοι για πορνογραφικές λαθραναγνώσεις. “Να από πού παίρνουν ιδέες αυτοί που ανακατεύουν τους ποπούς τους στην τηλεόραση’’
Να κάνουμε ένα μιουζικαλ με νίτζα’’ έλεγα (Ένα παιδοφιλικό θρίλερ εννοούσα) “Εσύ στο ρόλο του κακού. Να τους δείξουμε: Τα παπάκια δεν είναι χορτοφάγα’’
''Nαιιιιιιι  Να δαγκώσουμε κάποιον ’’ έλεγες. “Θα βουτήξω από το μπαλκόνι πάνω σε ένα περαστικό, σε ένα κούκλο, σε ένα μανάρι. Σαν ιπτάμενο παπάκι. Όπως η Κάντι Κάντι στον 'Αντονι.''
Και έτσι μια μέρα έπεσες. Μπουφ. Έσκασες στο έδαφος σαν πούπουλο από βινύλιο.
Και από τότε κόλλησε η βελόνα. Κάθε φορά που θέλω και γω κάτι.
Πέφτω.
Ο κόσμος γυρίζει σαν δίσκος.
Εγώ γίνομαι εσύ. Σε μια ατελείωτη περιστροφή.
Δεν ξεκολλήσαμε ποτέ από τη ζεστή αγκαλιά του πικάπ.

27.11.12

Η Μέρκελ σε Αγαπάει


[σκίτσο Ιάκωβος Ουρανός]

Χτές πήγα στο Λονδίνο για μια audition: ανεβάζουν τη Βικτωριανή Τραγωδία Revenger’s Tragedy στο Hoxton Hall και έψαχναν για ένα bartender-actor.  Θέλουν κάποιον να ντυθεί σε Edwardian στιλ και να σερβίρει αλκοόλ στου θεατές. Μετά σκάει ένας φόνος στο θέατρο-μπαρ και αρχίζει το δράμα. Τσουπ, πάρτε λίγο αίμα μαζί με το κοκτέιλ σας. Μόλις μου το παν σκέφτηκα θα ήμουν τέλειος γι αυτή τη δουλειά: στο παρελθόν  όταν δούλεψα σε θέατρο και σε μπαρ, ήμουν επικίνδυνος,  ΦΟΝΙΚΑ επικίνδυνος.

φωνή από μέσα σου:

η Μέρκελ σε αγαπάει
Από άποψη ηθοποιϊας, η προφορά μου στα αγγλικά μοιάζει σαν ηλεκτρικό καζανάκι — από αυτά με την αυτόματη φωνή,  που σου μιλάν και λένε  ‘Thank you sir’ (και σε κάνουν να τα ξανα-κάνεις πάνω του). Όσο για μπάρμαν… Η σταδιοδρομία μου στο electro-κλαμπ Fire στο Vauxhall  (όπως επίσης στην περιβόητη  ταβέρνα το ‘Καφέ και στο Μασάλι’ στον Έβρο) με στρατολόγησε στους Χ-Men:  ό,τι έπιανα γινόταν θρύψαλλα (ή έπαιρνε φωτιά).
Η ζωή μου σα σερβιτόρος έμοιαζε σαν live performance – ένας ατελείωτος αυτοσχεδιασμός καταστροφής–  ένα video clip της παλιάς αξέχαστης επιτυχίας ‘Σπάστα’.

φωνή από μέσα σου:

Η Μέρκελ σε αγαπάει

Όσο περισσότερο λοιπόν το σκεφτόμουν τόσο περισσότερο ενθουσιαζόμουν με αυτήν τη δουλειά. Με κάλεσαν στην audition τη Κυριακή το βράδυ — όταν ήμουν Μάνσεστερ– για να παρουσιαστώ στο Λονδίνο την επόμενη μέρα, Δευτέρα πρωί… Είπα ναι. Εκλεισα εισιτήριο με πούλμαν  για τις 6.14. Ξύπνησα από τρόμο στις 4.  (Πλήρωσα 10 λίρες για ταξί + 18 λίρες για πούλμαν+ 5 λίρες για μετρό +2 λίρες για φαγητό +1,50 λίρες για καφέ. Έφυγα αφήνωντας πίσω ένα νοίκι απλήρωτο και μια ψυχή να κλαίει στο πάτωμα) .

φωνή από μέσα σου:

Η Μέρκελ σε αγαπάει

Έφτασα λοιπόν απένταρος, ακούρευτος και άυπνος στη Ηoxton Market.  Έσυρα μαζί μου μια βαριά βαλίτσα– λίγο πιο βαριά από το μέλλον μου. Κάθησα σε ένα καφέ και άρχισα να φτιάχνω τα μαλλιά μου στο τζάμι. Έβγαλα μια ελληνική εφημερίδα και άρχισα να διαβάζω τα νέα. Την Τρίτη η Μέρκελ στην Ελλάδα.
‘Είστε Ελληνας;’ με ρωτάει με σπαστά ελληνικά ο κύριος από το απέναντι τραπέζι.  ‘Ναι’ του λέω. ‘Σας θυμάμαι’ μου λέει. ‘Από πού’ ρωτάω;  [ένα σφυρί καρφώνει στο πρόσωπό μου ένα αγγλικό  χαμόγελο]
‘Από το συνέδριο… στο Birkbeck.. Όταν μιλούσατε για τους μαυραγορίτες και τη διαφθορά του αγγλικού δημοσίου την εποχή της λιτότητας...  πώς λεγόταν η διδακτορική σας διατριβή; The Αesthetics of Αusterity;’
‘A Violent Archaeology of Dreams: the Aesthetics of Crime in Austerity Britain’ απαντάω… [ Το βρόχινο νερό ακουμπά σα τζελ τα μαλλιά μου. Είμαι όμορφος. Θα ζήσω. Και όταν πεθάνω η ανθρωπότητα θα με θυμάται.]

φωνή από μέσα σου:

Η Μέρκελ σε αγαπάει

‘Θυμάμαι το  paper που δώσατε. Ήταν τόσο ναρκισστικό. Τόσο ελληνικό. Μου θύμισε μια πελάτη μου.’
[Πολλή πληροφορία μαζεμένη. Πολλή σκοτοδίνη μαζεμένη. Πανικός στο ίσωμα.]
‘Με μπερδέψατε λιγάκι…’ απαντάω. [το αγγλικό χαμόγελο παραμένει, ακόμη πιο έντονο]
‘Ναι συγνώμη, προσπαθούσα λιγάκι να μιμηθώ το στιλ σας. Την αποστροφή σας προς τη αυστηρή δομή στην έκφραση. Την παραληματική σκέψη. Το ελλειπτικό λόγο. Τον  εντυπωσιοθηρισμό δια του αινίγματος.  Όλα αυτά που σας κάνουν να μοιάζετε με την πελάτη μου, τη Μέρκελ.’
‘Παρντόν;’ [Αισθάνομαι το καπουτσίνο να παγώνει ανάμεσα στα δόντια μου και να αρχίζει να ραγίζει]
‘Λέγομαι Εντμούρνδος Γελουολίζ, είμαι ψυχίατρος και ιστορικός. Με γνωρίζετε. Μιλάτε εκτενώς για το έργο μου στο πέμπτο κεφάλαιο της διατριβής σας.  Εκεί που αναφέρεστε στη συγκρότηση της μυστικιστικής παράνοιας.  Το ξέρετε αυτό το φαινόμενο..το μελετήσατε καλά.’
‘Δεν θα περίμενα ποτέ ότι θα διαβάζατε τη διατριβή μου…’
[Χαμογελάκι] ‘Δεν διάβασα τη διατριβή σας, διάβασα εσάς… ξέρετε… [κι άλλο  χαμογελάκι].. ήθελα να σας το πω από καιρό αυτό.. . εσείς διαβάζετε εμένα όταν εγώ έγραφα εσάς…’
‘Δε σας καταλαβαίνω’
‘Πως ακριβώς καταλαβαίνετε τον όρο μυστικιστική παράνοια;’  Με ρωτάει σαν να με εξετάζει προφορικά.
[Απαντάω σα μηχανάκι] ‘Μια παθολογική μεγαλομανία, ένα ξέσπασμα ναρκισσιμού που εξουδετερώνει όλη τη συναισθηματική νοημοσύνη.  Η σεξουαλικότητα στεγνώνει κάτω από το βάρος μιας υπερμέτρης εγωμανίας.’ [τα δόντια μου να τρίζουν σα φελιζόλ ]
‘Ακριβώς [τα δόντια του λάμπουν] Ο κόσμος, η ιστορία, το σύμπαν—όλα πλέκουν ένα γαϊτανάκι αυτο-επιβεβαίωσης. Καταλαβαίνετε που το πάω;’
‘Ομολογώ πως όχι…κύρει Εντμούνδρε’
‘Κύριε Παπαδοπουλε, νομίζω πως ψεύδεστε. Περάσατε μια ολόκληρη μέρα παίζοντας κρυφτό με αυτή την ιδέα.  Σήμερα ήρθατε άρον άρον για να κυνηγήσετε μια ηλίθια δουλειά, κάνατε δηλαδή μια τρελή άσκηση αυτοπροβολής. Αφήσατε πίσω σας ερείπια: την πόρτα του σπιτιού σας ξεκλείδωτη, τα παράθυρα ανοιχτά, τη στέγη του σπιτιού σας τρύπια. Η μυστικιστική παράνοια είναι ακριβώς αυτό: το ξέφρενο τρέξιμο πίσω από ρόλους, μια ατελείωτη audition, η απληστία της φαντασίας. Γι αυτό ακριβώς φέρνετε ξανά και ξανάτη Μέρκελ μέσα σας.’
‘Δε σας παρακολουθώ’
[Το ύφος του αγριεύει] ‘Έλά τώρα, μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Έχεις περάσει τη μισή σου ζωή τρολάροντας  με την  ιδέα ότι η πολιτική είναι πείραμα της  γλώσσας.  Και τώρα σου υπενθυμίζω ότι η πολιτική είναι ένα πείραμα θεατρικό. Μια κραιπάλη φαντασίας. Μια audition.  Φτιάξαμε τη Μέρκελ για να μελετήσουμε τον ονειρικό σου μεταβολισμό. Την τεχνολογία του εγωισμού σου.  Τη σχέση σου με μια γλυκιά dominatrix που σε σακατεύει και τη σακατεύεις. Κάθε μέρα, κάθε λεπτό, κάνεις ό,τι μπορείς για να την προκαλέσεις, να τη σοκάρεις, να την ταρακουνήσεις. Παρατάς τα πάντα, τρέχεις σε ηλιθιες δουλειές, κάνεις χαζοχαρούμενα όνειρα, ανακατεύεσαι σε perfomances του κώλου.

Όλα αυτά  για να φέρεις τη Μέρκελ μέσα σου.  

[Ο Γέλοουλιζ γίνεται κόκκινος σα μελιτζάνα.]
Κύριε Γέλοουλιζ λέτε αηδίες. [Του χαμογελώ. Γλυκά]
[Τα μάγουλα του φουσκώνουν ]‘Η Μέρκελ είναι ένα πείραμα ηδονισμού —  μια ψυχογραφική μεταρρύθμιση, ένας σαδομαζοχιστικός εκσυγχρονισμός. Αντικαθιστά την Ελληνίδα μαμά με ένα μαστίγιο. Ξέρεις που τη ψωνίσαμε; Στη θεατρική ομάδα ενός ανατολογικο-γερμανικού χωριού στην άκρη του πουθενά. Το όνειρο της ήταν να γίνει σταρ. Σαν και σένα. Αύριο επισκέπτεται την Ελλάδα και τα βλέπει όλα σα ένα fashion show.  Προχθές μας παρακαλούσε να ντυθεί τσολιάς και να χορέψει τσάμικο στο Σύνταγμα…  Είναι ακριβώς σαν και σένα:  κάθε φορά που επιθυμεί μια αμαρτία,  βλέπει στο όνειρο της ότι την αγαπάς. Κατά βάθος ταιριάζετε.’
[Σηκώνομαι απαλά από το τραπέζι] ‘Κύριε Γέλοουλιζ σας θυμάμαι. Γεννηθήκατε το 1912. Σπουδάσατε ιστορία και λίγο ιατρική.  Γίνατε μέλος του Ναζιστικού κόμματος. Δουλέψατε ως βασανιστής. Αναγκάζατε τα θύματα να ονειρεύονται τον εαυτό ως θύτη: τα ωθούσατε σε αυτο-βασανισμό. Μετά γίνετε καθολικός παπάς. Μετά λογιστής. Μετά ακαδημαϊκός. Αυτοκτονήσατε το 1956. Περάσατε τη ζωή σας υποδυόμενος ρόλους.
Σε αντίθεση με σας εγώ δεν υποδύομαι, παίζω. Παίζω για να παίζω. To summarize λοιπόν:
εσύ είσαι ένα βλαμμένο φάντασμα, εγώ ένας βλαμμένος προλετάριος και η Μέρκελ μια βλαμμένη πολιτικός.
Αντίο.’
Περπατάω αργά και ανάλαφρα στο Hoxton Hall για την audition.
‘Σας στείλαμε ένα e-mail. Σκεφτόμαστε να δώσουμε το ρόλο σε μια κοπέλα. Θα θέλαμε να σας δοκιμάσουμε σε ένα αλλο ρόλο.  Σωματοφύλακας/εκτελεστής του Βασιλιά. Μόλις σας κάνω κλικ κλείστε τα μάτια της δεσποινίδος με το κασκόλ της. Και πυροβολήστε τη.’
Το κασκόλ μπερδεύεται στα χέρια μου.
Της τραβάω τα μαλλιά.
Αναπνέω βαριά.

Η Μέρκελ με αγαπάει


Βγάζω το όπλο και πυροβολώ


[εικόνες Πάνος Μιχαήλ]