22.4.12

Making Love to an Application Form


Δες την αίτηση εργασίας σαν ένα απαιτητικό σώμα: αγάπησε τον απόρθητο χαρακτήρα του. Πέσε πάνω του σα μανιώδης εραστής.  Να λές: Η απόρριψη διαιωνίζει την ηδονή.
 Το ανεκπλήρωτο είναι ένα φίλτρο νεότητας…



Οταν σου λέει ‘Απέδειξε ότι έχεις εργασιακή εμπειρία’  εννοεί ‘απόδειξε ότι με αγαπάς, απέδειξε ότι με καταλαβαίνεις’.

Να απαντάς: ‘Η απειρία παρατείνει την καύλα της ανακάλυψης’ 
‘Επίσης: Όταν μάθω να περπατάω χωρίς να σκουντουφλάω, θα εκσπερματίσω από τη χαρά μου’

‘Απέδειξε ότι είσαι έξυπνος’ σου λέει ο εραστής

Να απαντάς: 'Η Χαζομάρα είναι η Ευφυΐα  του Οραματιστή'.

Μπορείς επίσης να επαναλαμβάνεις τα λόγια του εγωμανούς ποιητή
 'Η παιδική ηλικία είναι εδώ, δεν φύγαμε ποτέ από αυτήν'


                                                 

Timetable of Jobs and Applications (Μη φοβάσαι την Κριτική: H κριτική είναι δώρο).

Πόση εργασιακή εμπειρία έχετε;

Μετάφραση: εργασία= σώμα.
Με πόσους τρόπους ξέρετε να χειρίζεστε ένα σώμα με τη γλώσσα σας;

Πάμε λοιπόν:

[το σώμα μου είναι]

Το σώμα μου είναι εδώ.

Το σώμα μου είναι το σώμα σου αλλού.

Και ξανά:

1. Το σώμα σου ειναι το σώμα μου αλλού



Το σώμα μου ειναι το σώμα σου αλλιώς



αυτό που μας εν-σωματώνει τόσο καλά είναι ασώματο



2.

...σαν ένα σώμα μοιρασμένο στα δυο







                      
                                           
                                    

19.4.12

Ποια είναι τα όρια των άγραφων νόμων;


....Δημήτρης Μητροπάνος. ...η υπέροχη λαική φωνή ενός ομοφοβικού...Εγραψε ο Gregory Vallianatos στον τοίχο του...

Καθώς το κοινωνικά μίντια αναμιγνύουν ακατάσχετα τη δημόσια μνήμη με την πεζότητα του καθημερινού λόγου, οι θάνατοι των celebrity αποκτούν ένα νέο ρόλο μέσα στη ιστορία του παρόντος...

Όταν πέθανε ο Αγγελόπουλος μου ήρθε το μυαλό  ένα ποίημα του Αναγνωστάκη που έκραζε ένα επιφανή νεκρό. Από το διασυρμό του πτώματος του 'Εκτορα στην Ιλιάδα μέχρι τη σύγχρονη τραυματική κουλτούρα της αριστεράς, η ποιητική παράδοση του επικήδειου είναι σύμφυτη με την επαναδιαπραγμάτευση του 'ιερού' και το 'όσιου': η σκύλευση του νεκρού είναι μέρος της πολιτισμικής παράδοσης που τον εξυψώνει.

Εκ των πραγμάτων, οι επικήδειοι ύμνοι περιγράφουν την ιστορία των νικητών. Γύρω από το τιμώμενο πρόσωπο χτίζουν ένα θριαμβευτικό αφήγημα για το παρελθόν. Έτσι παράγουν μονοκόμματες ερμηνείες, όχι μόνο για τη ζωή του νεκρού, αλλά κυρίως για το πολιτισμικό και αξιακό κεφαλαίο που συνοδεύει την πρόσληψη του έργου του από την κοινωνία. Αυτή η συνθήκη αποκρύβει διαφορετικές γωνίες θέασης και εναλλακτικά συστήματα αξιών. Όπου π.χ οι πολλοί βλέπουν ένα λαϊκό ήρωα, ένα μέγα κινηματογραφιστή ή ένα θεόρατο κωμικό, κάποιοι άλλοι βλέπουν ένα μονοπώλιο σημασιών γύρω από την έννοια του αυθεντικού, του εθνικού και του ανδρικού.
Έτσι ο επικήδειος ενός δημόσιου προσώπου ισούται με την επιβράβευση μιας ιδεολογικής κοινοτοπίας: μια δικτατορία του αυτονόητου. Από αυτήν την άποψη, η επίθεση στο μεταθανάτιο πορτραίτο ενός λαϊκού ήρωα κάνει σαμποτάζ στην ιδεολογική κηδεμονία του μονοσήμαντου (και όχι στο ίδιο το πρόσωπο του νεκρού…)

Μέσα σε αυτήν την κατακραυγή του κοινότοπου όμως ελλοχεύει άλλη μια κοινοτοπία. 'Οταν ερμηνεύουμε τις αγιογραφίες του λαϊκού και  του μικροαστού ως μονολιθικά μνημεία αντιδραστικότητας και σκοταδισμού, τείνουμε να επαναλάβουμε το ίδιο λάθος από την ανάποδη: διαγράφουμε τον πλουραλισμό εμπειρίας και αντιφάσεων που ενυπάρχει στο βασίλειο του προβλέψιμου, του κοινώς αποδεκτού και του συνηθισμένου...
 (Ασε δε που ύπάρχουν και κοινοτοπίες που αγαπάμε. π.χ το καλύτερο σεξ με άνδρες στην Ελλάδα το κάνουν αγράμματοι και ομοφοβικοί άνδρες! )

Το ουσιαστικό ερώτημα που προκύπτει λοιπόν είναι: στη σύγχρονη μάχη ιδεών τι είναι πιο προβλέψιμο και προβοκατόρικο; Η εξίσωση του λαϊκού με την κουλτούρα του οπισθροδρομικού ή η υπέρβαση του διλήμματος ανάμεσα στον 'εκσυγχρονισμό' και την 'ελληνικότητα';



15.4.12

Δισχρωματοψία ως Εγγαστριμυθία



η Δισχρωματοψία έχει χαράξει τα μάτια μου  
με σφάζει και στάζω χρώμα από παντού
διασπώ το περίγραμμα του κόσμου.

Μέχρι να μάθω το νέο χάρτη.
Σκουντουφλάω πάνω στο φως και διαμελίζομαι.
Η δισχρωματοψία αναπνέει μέσα στο σώμα μου.
σαν οργασμός επιληπτικού.
Αναπτύσσει ένα σώμα μέσα στο σώμα μου
ένα στόμα μέσα στο στόμα μου.
Η διάθλαση του φωτός υπαγορεύει τη γλώσσα μου.
                                                  
Η όραση, μια άσκηση εγγαστριμυθίας: δυο μάτια = δυο γροθιές πινέλου.
               
 'Ο,τι βλέπω είναι μια υπαγόρευση = Η αλλοιωμένη φωνή του πινέλου.
  
 Ο  φλοιός του ματιού = σάκος του μποξ για πινέλο.
 Είμαι το όργανο μιας σκευωρίας.
      
Οράση = ένα σταυρόλεξο εγγαστριμυθίας στην αγκαλιά του ζωγράφου. 
 Του αρέσει να μιλά χωρίς να κουνάει τα χείλη του.

Βουτάει το πινέλο του στα μάτια μου, απαλά, στριφογυριστά, σαρκικά.

Ο ζωγράφος χαμογελά στο κοινό. 

Προσποιείται ότι συνομιλεί με μένα.

Σκάει στα γέλια με τα αστεία που υπαγορεύει το πινέλο του.

Σα χαρούμενος δικτάτορας βουτά το πινέλο πιο βαθειά...
αγκαλιάζει την κόρη του ματιού, πασαλείβει τους βόλβους περιμετρικά...προσθέτει χρώμα πάνω στο χρώμα.
Ένας ιός μέσα στο κάθε χρώμα: κάτω από το κίτρινο το πράσινο, κάτω από το κόκκινο το καφέ, κάτω από το μπλε το μωβ.  
Το ένα χρώμα έιναι η ασθένεια ενός άλλου: μια επιδημία που ετοιμάζεται να σκάσει.
 Πυροτέχνημα από νεκρο-μπογιές.

η δισχρωματοψία σφυρίζει αδιάφορα σαν το λεξικό μιας συνομωσίας.
Τα μάτια μου συλλαβίζουν μια απάτη.
Πίσω από αυτό το χρώμα βλέπω ένα άλλο χρώμα,
και όλα τα χρώματα μαζί βλέπουν εμένα.
καταπίνοντας ήλιο, ξερνάμε ένα ουράνιο τόξο που στάζει αίμα.
Τα μάτια μου ανοίγουν σα χείλη 
-- η πύλη εισόδου για το άλλο χρώμα --
 σχηματίζουν χαμόγελο... μας αγκαλιάζει σφιχτά.


Αιμορραγώ ακατασχέτα το χρώμα μας:
ένα συντριβάνι από ιούς εκτοξεύεται
χαρούμενα στο κενό. 















 









12.4.12

Η πίτσα μου έπεσε από τα χέρια...

Θα έπρεπε να γραφτεί ένα νεο-ελληνικό απάνθισμα γύρω από την ερωτική μυθολογία της κοινοτοπίας. Μπορεί η λέξη πίτσα να έχει προφανείς φαλλικές συνηχήσεις (πίτσα-πούτσα κτλπ), όμως η ερωτική γεύση του πιτσαδόρου ξεπερνά το παιγνιώδες αισθητήριο της γλώσσας: χύνεται μέσα στη μαγική γεωγραφία του μικροαστισμού.


                                                   
                                                           


Η μπανάλ φαντασίωση γύρω από την ερωτική διαθεσιμότητα του delivery boy διαταράσσει με ιδιαίτερο τακτ το εποικοδόμημα της μικροαστικής συστολής (δηλαδή την αμηχανία απέναντι στο ερωτικό περιβάλλον του τυχαίου, του απρόσμενου και του χυδαίου). Αποκύημα αυτής της συστολής είναι η αιμομιξία της οικειότητας: νέοι και νέες τα φτιάχνουν διαρκώς και αλλεπάλληλα με τους φίλους, τις φίλες τους και τις φίλες των φίλων τους. Έτσι η φιλία αντικαθιστά την ερωτικότητα (όπως ακριβώς η οικειότητα αντικαθιστά την καύλα).
                                                       
                                                                        

Τα σεξουαλικά ανέκδοτα για πιτσαδόρους ταράζουν αυτήν ακριβώς την απώθηση του τυχαίου, χωρίς να παραβιάζουν τα χωρικά όρια ασφάλειας του μικροαστικού σαλονιού. Ο πιτσαδόρος είναι μια κινητή φαντασίωση εντός ελέγχου. Θα έρθει, θα φτάσει μέχρι την πόρτα σου, θα αφήσει την πίτσα του και μετά θα φύγει. Μια κινούμενη πίτσα συμπυκνώνει μια κινούμενη φαντασίωση ερωτικής διαφυγής (ευπρεπώς κρυμμένη κάτω από τον αφρό ενός απρεπούς αστείου).
                                                               
                                             
                                                             
                                                       

Τώρα που η εποχή της σεξουαλικής πείνας συναντάει την εποχής της υλικής πείνας, όλα αυτό το σημειολογικό παιχνίδι αποκτά κάτι το ηρωικό: μη φοβάσαι.. μπορείς πάντα να γίνεις πιτσαδόρος, θα μεταφέρεις ζεστές δόσεις ποιητικής παράκρουσης σε δυσκοίλια διαμερίσματα και μετά θα γκαζώνεις μακριά. Η ευτυχία μας ανήκει.


10.4.12

Bohemian Αστο-χία

Μια παρεξήγηση που πρέπει επιτέλους να επιλυθεί:

Η ιδιότητα του μποέμ είναι εν πολλοίς (αν όχι εξ αρχής) ασυμβίβαστη με αύτή του αστού. Μποέμικη ζωή δεν είναι η αέναη περιδίνηση ενός πολυελαίου στο ταβάνι ενός μεγαλοαστικού σαλονιού. Καθώς μετεωρίζεται πέρα δώθε, φαντάζεται ότι βλέπει τον κόσμο πανοραμικά. Όχι χρυσό μου, δε γίνεται να είσαι εραστής του κόσμου όταν το βλέπεις από πάνω: όσο στραβά και αν φοράς το καπέλο σου, παραμένεις πολυέλαιος.

Bohemia είναι η ποιητική μετουσιώση της ανέχειας σε αριστοκρατικότητα: ο ρεμβασμός μέσα στην απόγνωση.

Δεν είναι τα παιδιά των ιδιωτικών σχολείων και των κολεγίων που πήραν τους δρόμους κάπως κάποτε.

Είναι η τεθλασμένη ονειροπόληση των μικροαστών, η ιμπρεσιονιστική αγάπη προς τα φτηνά σαμπουάν, τα οράματα 'των τελευταίων γενιών των κοριτσιών των ταμείων'.

Όπως ακριβώς ένας αστός παρανοεί τη σημασία του μποέμ (ταυτίζοντας την με την αφ' υψηλού, αεροπορική περιπλάνηση στη φρίκη των άλλων), έτσι ακριβώς παρανοεί (και πετσοκόβει) τη σημασία της λαϊκότητας και του λαϊκού παιδιού: λαϊκός σημαίνει στο λεξιλόγιο του αστού κάτι ατόφιο, άμεσο και ανεπεξέργαστο.. κάτι απόμακρο, εξωτικό και ειλικρινές μέσα στην απέχθεια προς την επιτήδευση. Επειδή ακριβώς ο αστός δεν έχει περπατήσει ποτέ μέσα στον τσίρκο εξωτικότητας που έχει μάθει να εξυμνεί, αγνοεί ότι τα λαϊκά παιδιά είναι μάστορες στο μασκάρεμα, στην εξαπάτηση και το ιλουσιόν. Ενα λαϊκό παιδί μπορεί να ποζάρει τη μια μέρα σαν μοντέλο του Τσαρούχη και την άλλη μέρα να υποδύεται περίτεχνα τον ίδιο τον Τσαρούχη:να δουλεύει στην οικοδομή και να ντύνεται σαν αριστοκράτης. Να μιλά γαλλικά στην αγρότισσα γιαγιά του. Να μαθαίνει πιάνο όταν δεν πλένει πιάτα στο εστιατόριο της γειτόνιας του. Λαϊκότητα στην Ελλάδα δεν είναι τίποτα άλλο από την θριαμβευτική εξίσωση της αυθεντικότητας με τη θριαμβευτική ενσάρκωση πολλαπλών ρόλων. Είμαι λαϊκός, γιατί μπορώ να μεταφράζω το σύνολο των αντιφάσεων μου σε ένα μανιφέστο υποκειμενικότητας. Λαϊκότητα είναι ένας χάρτης που σου εξηγεί τη γεωγραφία του, μόνο όταν πάψεις να το κοιτάζεις από ψηλά.





Υ.Γ 1. Δες ένα όμορφο κείμενο για τη γλώσσα της λαϊκότητας και το σκυλάδικό στο 'V for Valis'. Οσονούπω σκέφτομαι γράψω μια εκτενή μετα-αφήγηση της ερμηνείας αυτής....

ΥΓ 2. O Left Liberal Synthesis και ο  Valis  είναι τα άβαταρ του Μπαντιού και του Ντελέζ...Η οικονομολογική ψυχανάλυση της μικροαστικής bohemia: το μέλλον.


                                                           


 

7.4.12

Οι Beatniks των προαστίων.



Το νέο (;) αλλόκοτο γκλάμουρ



Μια νέα παράξενη ψυχολογία πλήττει τη συγκοινωνία της πόλης: οι μπίτνιξ των προαστείων. Μπαίνουν στα λεωφορεία, στα ταξί και στα τρόλεϋ και δεν ξέρουν που πάνε.

Ποιοι είναι; Γιατί το κάνουν;  Μήπως ανήκεις και εσύ σε αυτούς;
                                  Όταν τα έγραφες αυτά δεν είχες δίπλωμα αυτοκινήτου..
                                                                                
Περίπτωση 1

Μεσήλιξ κυρία με ηπίως παρακμιακό μακιγιάζ και early 90s καμπαρντίνα (με τελειώματα γούνας), γυαλιά ηλίου στο καταχείμωνο και βήμα κάπως διστακτικό. Εμφανίζεται στη στάση και μπαίνει στο πρώτο λεωφορείο που έρχεται. Για Ασπρόπυργο. Ούτε που ξέρει που πέφτει ο Ασπρόπυργος. Δεν ξέρει που πάει το λεωφορείο. 'Ομως μέσα στο όχημα ξέρει ακριβώς πως πρέπει να κινηθεί: στηρίζεται κάπου κοντά στο παράθυρο και παίρνει μια ελαφρώς ονειροπόλα πόζα. Οι συνεπιβάτες της αναρωτιούνται που να είναι κρυμμένοι οι κάμεραμεν. ‘Μα μαμά μοιάζει τόσο πολύ με την Μίρκα Παπακωνσταντίνου’. Εκείνη πάντως δεν πρόκειται να τους πει. Είναι αφοσιωμένη στο ρόλο της. Το νέο elegant-decadence lifestyle των μητροπόλεων κρέμεται από αυτήν.
                                                  
                                              
                                             Δεν ήξερες πώς να διασχίζεις στο δρόμο χωρίς να σκουντουφλάς



                  


Περίπτωση 2

Πρώην skateboarder που έχει μεγαλώσει. Έχει αλλάξει γειτονιά και νούμερο παντελόνι. Το skate και τα πατίνια του είναι ξεχασμένα σε κάποιο πατάρι. Φοράει ακόμη το αγαπημένο του Τ-shirt κάτω από το πουκάμισο. Έχει καταφέρει να συνειδητοποιήσει ότι η δεκαετία του ’90 έχει τελειώσει. Αλλά δεν είναι σίγουρος αν είναι 2011 ή 2012. Κάθεται στην πλατεία Παλαιών Δικαστηρίων και παρακολουθεί την κίνηση στην Πανεπιστημίου. Πίνει ένα εξωτικό χυμό, σκέτο (αυτήν την εβδομάδα δεν καπνίζει). Μετά σηκώνεται, βηματίζει ανάλαφρα μέχρι τη στάση του REX και παίρνει το πρώτο τρόλεϋ που θα περάσει. Κάθεται σε μια θέση δίπλα στο παράθυρο και τραγουδάει από μέσα του το σάουντρακ μιας παλιάς διαφήμισης σοκολατούχου γάλατος. Έχει στην αγκαλιά του ένα άδειο χαρτοφύλακα, αλλά όλοι οι συνεπιβάτες του έχουν υποψιαστεί ότι δεν πάει σε δουλειά. Μερικοί πιο καχύποπτοι περιμένουν να του πέσει από την τσέπη κανένα λεξοτανίλ. Αλλά εκείνος δεν κάνει καμιά λάθος κίνηση. Ξέρει ακριβώς τι δεν πρέπει να κάνει και που δεν πρέπει να πάει. Αλλά δεν ξέρει που πάει. Και του αρέσει. Το νέο κίνημα νεανικής ευφορίας κρέμεται από αυτόν.




                               
                             Όταν τα έγραφες αυτά ήσουν 23 δεν ήξερες να διαβάζεις τα σήματα
                                                  
                                                  




Περίπτωση 3

Νεαρή δεσποινίδα, χωμένη μέσα στο παλτό της, ξεσφίγγει τη μικροσκοπική της γραβάτα. Κατευθύνεται προς το περίπτερο στην Πλατεία Βάθη. Αγοράζει καραμέλες και όλες τις αλβανόφωνες εφημερίδες. Καθώς περπατάει γρήγορα ανοίγοντας δρόμο ανάμεσα σε ένα νταγκλαρισμένο πλήθος, ρίχνει μια γρήγορη ματιά στις επικεφαλίδες, τις καταλαβαίνει εύκολα: είναι γραμμένες στη μητρική της γλώσσα. (Οι γονείς της ήρθαν από τα Τίρρανα πριν πολλά χρόνια). Στο βλέμμα της σκάνε μικρά πυροτεχνημάτα. Πιο δυνατά από πριν, όταν ορκιζόταν για το πτυχίο Διοίκησης Επιχειρήσεων. Έτσι είναι το μέλλον; Business, από τη μια χώρα στην άλλη, εύκολα και ανάλαφρα, όπως τα σκουπίδια που ταξιδεύουν με τον αέρα. Πετάει τις εφημερίδες σε ένα κάδο, κάποιος της σφυρίζει, δε του δίνει σημασία, όπως δεν έδωσε σημασία στον αστυνομικό που της έκλεισε το μάτι από το ανοιχτό παράθυρο του περιπολικού. Καθώς το σώμα της αιωρείται πάνω από τη Λιοσίων αναρωτιέται αν οι γονείς της επέλεξαν να έρθουν στην Ελλάδα με τον ίδιο τρόπο που αυτή επιλέγει τα αθηναϊκά προάστεια όπου θα λιώσει τα παπούτσια της (και τα φτερά της;): Έκλειναν και κείνοι τα μάτια τους και ακουμπούσαν στη τύχη το δάχτυλο σ’ ένα σημείο στο χάρτη; Δε σκοπεύει να τους ρωτήσει. Αλλά παραδέχεται στον εαυτό της ότι είναι ωραία να παίζεις το μέντιουμ γεωγράφο. Παίρνει τον ηλεκτρικό από την Πλατεία Αττικής και αναρωτιέται αν πρέπει να διδάξει αυτό το παιχνίδι στο λιπόσαρκο skinhead που την κοιτάζει παράξενα. Οι επιβάτες του τρένου την εκτοπίζουν στο παράθυρο, κολλάει τη μύτη της στο τζάμι και χαμογελάει. Το πτυχίο τσαλακώνεται στην εσωτερική τσέπη του παλτού της αλλά δε τη νοιάζει. Οι αναδυόμενες Business αστικής περιπλάνησης κρέμονται από αυτή.




Λάδωσες για να πάρεις το δίπλωμα. μπίτνικ my ass. Λαμόγιο είσαι

                                                     
                                        
 Η περίπτωση ένα, δύο και τρία συναντήθηκαν για ένα πίνκνικ παράκρουσης στις όχθες της πόλης. Από το σημείο που βρίσκονται μπορούν να δουν τα πάντα σαν μια τεράστια φαντασίωση διαφυγής. Μέσα της επιπλέουν μελαγχολικοί φελλοί. Κυρίες που δεν τις προσκαλεί κανείς πια στα κοσμικά πάρτι, celebrity που μαράθηκαν πρόωρα, φερέλπιδες wannabe που πετάχτηκαν έξω από τις guest lists. ‘Ολοι τους αρνήθηκαν να ξεπεράσουν την έξη τους για τις μπλόφες τις πόλης, έβαλαν τα καλά τους και πήραν τους δρόμους. Έτσι μπήκαν στις γραμμές μιας παράξενης κινούμενης στρατιάς που εισχωρεί ολοένα πιο βαθειά στις φλέβες του αστικού δικτύου: οι μπήτνιξ των προαστείων ήρθαν..

για να φύγουν!

                                                         

Ανάμεσα τους περπατούν νεανίες που πρωταγωνιστούν στα road movies του μυαλού τους. Πρωτόβγαλτοι φανς του Τζακ Κέρουακ και του Γκι Ντεμπόρ που μόλις ήρθαν από την επαρχία για σπουδές και οι ‘οι μαζικές πορείες’ δε τους αρκούν ή δε τους χωρούν.Gays μπουχτισμένοι από το ναρκισσισμό της νυχτερινής ζωής, αρχίζουν να αγκαλιάζουν αστικά τοπία αντί για εραστές. Πρώην τζάνκια που μετά την αποτοξίνωση, έχουν μείνει χωρίς τους παλιούς τους φίλους, χωρίς φίλους γενικά: ο νέος εθισμός είναι η περιδίνηση στην πόλη.



                   
Οταν σε πυροβολείς με ποίηση ανοίγεις τρύπες στο ναρκισσισμό σου


Νοικοκυρές που δε θέλουν να ξαναμπλεχτούν σε ένα κανιβαλικό καβγά χωρίς αποτέλεσμα, δε θέλουν να πάνε ξανά επίσκεψη στην κουμπάρα τους ούτε να μαζέψουν χόρτα. Κάτι τους τραβάει και αρχίζουν να αναζητούν το ζαχαροπλαστείο των ονείρων τους ή μια μυθική βιοτεχνία εσωρούχων σε μια άκρη του χάρτη που δεν έχει ακουστά ούτε ο μπατζανάκης τους, ούτε το μέντιουμ της τηλεόρασης.
                                               
                                                
Κορεσμένοι surfers του δικτύου με πρησμένα μάτια, καθώς ξεκινούν από το σπίτι τους για ένα blind ραντεβού, παθαίνουν επιφώτιση και την τελευταία στιγμή λένε στον ταξιτζή να τους αφήσει στη μέση του πουθενά.



                                               Μια φορά βγήκες να περπατήσεις στη γειτονιά σου, περπάτησες πολύ, χάθηκες και γύρισες με ότοστοπ στο σπίτι...πάνω σε ένα ντάτσουν                                               

Νεόκοποι μύστες των λιμανιών και των σταθμών (που δεν έχουν στη τσέπη τους κανένα εισιτήριο), αργόσχολοι εισοδηματίες, άνεργοι και άεργοι, νέες γενιές clubbers που βαρέθηκαν πιο γρήγορα από τις προηγούμενες, άνθρωποι που έχουν όρεξη να δοκιμάσουν τα νέα κρουασάν της αγοράς και είναι ικανοί να τσεκάρουν γι αυτό το λόγο όλα τα περίπτερα της πόλης. Διανομείς φυλλαδίων και θύματα άκαρπης αναζήτησης εργασίας από μικρές αγγελίες: όταν τους παίρνει ο ύπνος μες στο λεωφορείο, η αστική απόγνωση γίνεται νανούριμα.


                                                  
Όταν τα έγραφες αυτά ήσουν άνεργος και μπακούρι: η διαδρομή από το σπίτι σου στου Ζωγράφου ήταν σαν επίσκεψη σε ξένη χώρα



Τι λοιπόν όλο αυτό; Άλλη μια μπλόφα μαγειρεμένη με γνώριμα υλικά; Ένας ξαναφορεμένος εξωραϊσμός της επικαιρότητας που έχει γίνει ‘διάφανη από την πολή την χρήση’;

                                               

Μη προβληματίζεσαι πολύ και μη φοβάσαι να βλέπεις την αστική ζωή σα διαστημική περιπέτεια: αν η αστική επικράτεια είναι ένα ηλιακό σύστημα, το κέντρο ένα άστρο και τα περίχωρα οι πλανήτες του, τότε οι μπίτνιξ των προαστείων είναι παρεκκλίνοντες δορυφόροι. Δεν ξέρουμε αν θα γίνουν κομήτες. Η κομψότητα της τροχιάς τους γεννήθηκε μέσα σε ένα μαγνητικό πεδίο που τους φυλακίζει και ενίοτε τους συντρίβει. Η εντροπία μας χαμογελάει περίεργα.


                                                Έστειλες το κείμενο 'Οι Μπιτνιξ των  Προαστείων 'σε δέκα περιοδικά… δε δημοσιεύτηκε πουθενά…. καλωσόρισες την ακινησία μέσα σου… και μετά πέρασες τα σύνορα…

                                                 http://www.youtube.com/watch?v=u9WvVTFTf9w







                                               

2.4.12

Queer Euphoria

Ο Bob Bergeron έγραψε ένα βιβλίο αυτο-βοήθειας: 'πως-να-εξακολουθείς-να-είσαι-χαρούμενος- και-γκέι-μετά-τα-σαράντα'. Λίγες μέρες πριν το εκδόσει, αυτοκτόνησε. Άφησε ένα σημείωμα πάνω στο εξώφυλλο 'Είναι όλα ψέμματα βασισμένα σε παραπληροφόρηση'. Δεν είναι ο πρώτος θεραπευτής που αυτοκτονεί. Το ίδιο έκανε και ο Λέο Μπουσκαλια --πασίγνωστος και στην Ελλάδα για τα εγχειρίδια θετικής ενέργειας-- όταν τον αφήσε η γυναίκα του. 'Οπως σωστά παρατηρεί o/η Ersh Fwtiou (https://www.facebook.com/profile.php?id=100002267737918) οι ΝΥΤ ερμηνεύουν μυωπικά (και στερεοτυπικά) την αυτοκτονία ως προϊον της ομοφυλοφιλικής αγωνίας μπροστά στο γήρας. Πολλές φορές, η κατάθλιψη είναι προϊόν οξυδερκούς παρατήρησης της πραγματικότητας. Οταν ζεις μέσα γράψιμο, αυτό που σε ανεβάζει ψηλά -- οι σκέψεις σου -- μπορεί σε κατεβάζει στα τάρταρα. (Ο εκδοτικός οίκος τελικά δε θα εκδώσει το βιβλίο και τελικά είναι να σε πιάνει κατάθλιψη με την ηλιθιότητα των εκδοτικών οίκων.. πραγματικά όμως) 

Σε πλήρη αντιδιαστολή με το 'γκέι επαγγελματία της χαράς' ο ιστολόγος George Le Nonce έχει γραψει για τη κατάθλιψη με ένα άμεσο και καθηλωτικό τρόπο. Στα γραπτά του η ευφορία της ερωτικής κραιπάλης αλληλοπλέκεται με τα συμπτώματα μιας αινιγματικής νόσου. Η φωτογενής και λεπτομερής περιγραφή σεξουαλικών περιπτύξεων εναλλάσεται με τα αντι-κατιθλιπτικά, τις εφιαλτικές σκέψεις και μερικές φορές το θάνατο. Τι υπονοεί αυτό το ποιητικό ύφος; Μάλλον ότι οι απολαύσεις της γραφής λειτουργούν σαν αντι-καταθλιπτικά: επιτίθενται στο πρόβλημα αλλά δεν το επιλύουν ποτέ οριστικά. Για κάθε πλεονέκτημα της ψυχικής σου άμυνας ανιστοιχεί ένα μειονέκτημα:...Αν ισσοροπείς την ευτυχία σου πάνω στη γραφή, κινδυνεύεις να πέσεις και να σπάσεις...Η γραφή είναι τόσο εύθραστη όσο και οι φουσκωμενοι μύες, οι τραπεζικές καταθέσεις και ο χρόνος που φεύγει...   

 http://nonc.wordpress.com/2006/07/31/roethke-dark-time/
 http://nonc.wordpress.com/2006/10/16/i-hear-voices/