25.3.13

εθνική ανάταση

Αν εμπέδωσα κάτι καλά τις μέρες που πέρασαν είναι ότι το το εκσυγχρονιστικό μπλοκ πάσχει από τα ίδια προβλήματα και εμπλοκές με το κνιτο-αριστερό. Είναι σάρκα από τη σάρκα της μπίχλας τους. Είτε μιλάμε για δημοσιογράφο του Β(λ)ηματος, νεο-λίμπεραλ δικηγόρο, ρεπόρτερ των Νεων, Κνίτη ποιητή, Συριζαίο Ροβεσπιέρο με μπάρμπα στην Κορώνη, Δημαρίτη φαν του Ρένου Αποστολίδη -- ειναι όλοι βυθισμένοι στο μπανάλ, το νεποτισμό και την κοινοτοπία -- σαν να κολυμπούν μέσα σε θάλασσα τοξικών αναθυμιάσεων.

Δεν είναι τυχαίο όλοι κατάγονται από την πολιτισμική αγκαλιά του ΚΚΕ -- την πασαρέλα κοινωνικής ανάδειξης μιας άλλης εποχής. Είναι άνθρωποι κακόγουστοι ακριβώς επειδή επιλέγουν τις συμμαχίες με βάση αυτό που αντιλαμβάνονται ως πασαρέλα ''του ισχυρού'' στην ιστορική συγκυρία που βρίσκονται.

Μιλάμε δηλαδή για τον ορισμό του κιτς.

Άνθρωποι που συμπαθούσα και διάβαζα, αλληλο-σπαράζονται, βρίζονται και ανταγωνίζονται σαν γιάπικα γουρούνια σε στάβλο πολυεθνικής εταιρείας.

Είναι το σημείο εκείνο που αντιλαμβάνεσαι την αποσιώπηση του άλλου -- αυτού που δεν ανήκει στην αυλή σου-- σαν μια απόπειρα στραγγαλισμού.

Πάντως έχει βγει ήλιος και είμαι χαρούμενος σήμερα!! Θα συνεχίσω να γράφω το expanded cinema διήγημα για το Apodemy.

Επετειακό: Τρία Αντίδοτα στην Εθνική Κατάθλιψη


α) η άνοδος του  φαγητού σε λαϊκή μορφή τεχνο-ψυχο-θεραπείας (οι ρεβυθοκεφτέδες με σαλάτα αβοκάντο πάνε το μυαλό σου αλλού και ας είσαι εξακολουθητικά εδώ)

β) Η υστερική αυτο-έκφραση στο διαδίκτυο!  Κοστίζει τίποτα αλλά μεταδίδεται μαζικά. Η κρίση μετατρέπει τη καθημερινότητα σε διαρκές κινηματογραφικό επεισόδιο. Το ημερόλογιο μας είναι σαν  την τέχνη του μέλλοντος:  ζωντανό, interactive και απρόβλεπτο

γ) η συγκινισιακή επανακάλυψη της μουσικής. 'Οταν όλα βουλιάζουν η υποκρισία στεγνώνει.. Τα τραγούδια ξαναγίνονται αυτό που ήταν: μια ευφυής μετατροπή του καθημερινού άχθους σε λαγνεία.

ευχαριστώ το Lorentzo Lumiere που μου θύμισε αυτήν την ημερολογιακή σημείωση [κάνε κλικ πάνω στο όνομα και θα ανακαλύψεις ένα σπαρταριστό αρτίστα του διαδικτύου]

24.3.13

Η μάχη του φύλου και η εποχή του φόβου.



Το  πρόσφατο νέο-συντηρητικό ξέσπασμα της Σώτη Τριαντάφυλλου γύρω από το γάμο των ομοφυλόφιλων προκάλεσε δικαίως αντιδράσεις. Δες για παράδειγμα αυτό το άρθρο στο πολύ ενδιαφέρον περιοδικό 10%.  Θεωρώ ότι οι επικριτές της σε κάποιο σημείο – κυρίως λόγω ατυχούς διατύπωσης -- αναπαράγουν τον εσφαλμένο τρόπο σκέψης της εν λόγω συγγραφέως. Γράφω αυτό το κείμενο όχι τόσο για να επισημάνω αυτήν τη αστοχία.  Κυρίως θέλω να εξηγήσω με ποιο τρόπο όλη αυτή η συζήτηση συνδέεται με τα πλήθη των ανθρώπων -- στρέιτ ή γκέι -- που όχι μόνο δεν έχουν λεφτά για γάμο, αλλά αδυνατούν να πληρώσουν το νοίκι ή να αγοράσουν μια τυρόπιτα. 

Λέει λοιπόν η (πολύ συμπαθής) αρθρογράφος:

''Οι ομοφυλόφιλοι άντρες θέλουν να παραμείνουν άντρες και οι ομοφυλόφιλες γυναίκες θέλουν να είναι γυναίκες. Αν μιλάτε για τους διαφυλικούς είναι κάτι άλλο και θα έπρεπε να γίνετε πιο συγκεκριμένη, αλλά δεν είστε ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία που δεν έχει μάθει να διακρίνει την ομοφυλοφιλία από τη διαφυλικότητα..''

Φοβάμαι ότι με αυτή διατύπωση κάνουμε το ίδιο λάθος με τη συγγραφέα. Ενισχύουμε δηλαδή το στατικό διαχωρισμό των ανθρώπων σε ''άνδρες'' και ''γυναίκες'' (ή αν θέλεις ανάμεσα σε διαφυλικούς και ομοφυλόφιλους). Μπορεί αυτοί οι ''τεχνικοί'' και ''ουδέτεροι'' όροι να αποτελούν ένα οικείο και άρα πρακτικό λεξιλόγιο συνεννόησης. 'Όμως σήμερα πια οι κοινωνικοί επιστήμονες αντιμετωπίζουν όλες αυτές τις σημασίες με μεγάλη επιφύλαξη.

''Διαφυλικός'' δεν είναι μόνο αυτός/ή που αλλάζει τη βιολογική ''μορφή του φύλου'' του -- αλλά αυτός/ή που διαστρέφει διαρκώς τη διπολική ερμηνεία του σώματος ως ''αρσενικού'' ή ''θηλυκού''. Με άλλα λόγια αυτή/ος που εναντιώνεται στο στεγανό διαχωρισμό των ανθρώπων σε ''άνδρες'' και ''γυναίκες''. Υπό μία έννοια, είμαστε όλοι διαφυλικοί στο βαθμό που πασχίζουμε να υποκαταστήσουμε τη σημασία του φύλου με τη σημασία του προσώπου. Δεν χρειάζεται να είσαι τραβεστί, ούτε καν
gay, για να το σαμποτάρεις τη σημασία της λέξης άνδρας ή γυναίκα


Η σεξουαλική απελευθέρωση, δεν μιλάει στο όνομα των ομοφυλόφιλων -- αλλά στο όνομα των προσώπων. Μιλάει στο όνομα όσων ντρέπονται ή αδυνατούν να αρθρώσουν και να νοηματοδοτήσουν το σώμα τους, το πρόσωπο τους και τη φωνή τους. Όχι απαραίτητα επειδή ντρέπονται για τον τρόπο που χρησιμοποιούν τα ''γεννητικά'' τους όργανα, αλλά επειδή, ας πούμε, δεν έχουν να φάνε, ή επειδή ένας ναζί ή ένα αφεντικό απειλεί τη ζωή τους. Στην παρούσα ιστορική φάση, η φτώχια, η βία και ο φόβος μετατρέπουν τους πάντες σε σεξουαλικές μεινότητες, επειδή ακριβώς τους απαγορεύουν να εκφραστούν συναισθηματικά. Είμαστε όλοι ''ανώμαλοι'' στο βαθμό που δεν έχουμε τους υλικούς και τους ψυχολογικούς όρους να ζωγραφίσουμε τον εαυτό μας και τις σχέσεις μας με τους άλλους. Η απαγόρευση του προσωπικού ύφους -- αν θέλεις η καταπίεση του δικαιώματος να πλάθουμε τον εαυτό μας ως αισθητικό αντικείμενο -- να  δημιουργούμε δηλαδή ένα έργο τέχνης από εικόνες και αισθήματα -- με άλλα λόγια η απαγόρευση μιας ''στάσης ζωής'' είναι μέρος
  της σεξουαλικής καταπίεσης.

Για παράδειγμα: Το να είσαι στρέιτ
  άνδρας και να μην μπορείς να φορέσεις φούστα στη δουλειά σου ή να βάλεις τα κλάματα ή να αυτο-χαστουκιστείς. Το να είσαι ποδοσφαιριστής ή δικηγόρος και να μην επιτρέπεται να εκδηλώνεις το ψώνιο σου μέσω φράντζας ή τατουάζ ή ουράς στον κώλο σου. Το να σαι γυναίκα και να μην επιτρέπεται να κυκλοφορείς γυμνόστηθη. Όλες αυτές οι συστάσεις ευπρέπειας είναι μέρος του σκανδάλου: επαυξάνουν τη δικτατορία  της σημασίας του ''φύλου''.  Όλα αυτά είναι σχήματα που οργανώνουν εξουσιαστικά το ψυχικό ή το σωματικό μας κέλυφος. Είναι μια μορφή εξουσίας που μας ταξινομεί σε δυο κατηγορίες υποκειμενικότητας και κύρους. Περιορίζει τη σημασία του προσώπου μας σε ένα πινγκ-πονγκ νοημάτων ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο. Αυτή η ασπρόμαυρη παραγωγή προσώπων είναι τόσο αυθαίρετη όσο και μια διάκριση των ανθρώπων με βάση το χρώμα των μαλλιών τους. Σαν να χτίζεις πολιτισμικές αξίες και νοήματα με βάση τις τρίχες.


Το φύλο σου δεν περιορίζεται στην επιλογή σεξουαλικού συντρόφου αλλά στην αισθητική οργάνωση της διαφοράς σου – δηλαδή τον τρόπου με τον οποίο κατανοείς τον κόσμο. Να ακόμη ένα σοβαρό λάθος στο λεξιλόγιο της Σώτης Τριανταφύλλου -- η προοδευτική αριστερά δεν καταργεί τη ''διαφορά'' -- τη γιορτάζει-- λέει ζήτω στο διαφορετικό. Ζήτω σε νέες και απρόσμενες νοηματοδοτήσεις πεζών σχημάτων όπως ''γάμος'' ''άντρας'' ''γυναίκα'' ''οικογένεια''. Πάρε την έννοια του γάμου και ανατίναξε την -- καν' τη να μοιάζει με καρναβάλι.
 Η διεκδίκηση της αξιοπρέπειας είναι μια μάχη ύφους και αυτο-προσδιορισμού.
Μην ανέχεσαι να προσδιορίζουν οι άλλοι για ποια πράγματα πρέπει να
  ''ντρέπεσαι'' . Μην ντρέπεσαι αν είσαι 'άσχημος', άνεργος και φτωχός στα 35 σου ή στα 55 σου.

Επινόησε με τους δικούς σου όρους το νόημα της 'υπερηφάνειας'.


Δεν θα έμπαινα στον κόπο να κάνω αυτό το σχόλιο. Μου αρέσει πολύ
  το περιοδικό 10% και η κριτική τους είναι στην σωστή κατεύθυνση. Αλλά είχα πρόσφατα την ατυχή εμπειρία να συνομιλήσω με ένα ''επαγγελματία'' υπερασπιστή ευπαθών ομάδων. 'Ενα δικηγόρο, συμπαθή για τη δράση του, άλλα πνιγμένο σε μια δικολαβική και νομίκιστικη αντίληψη του διαφορετικού -- ανήμπορο να κατανοήσει τη σύγχρονη ποιητική του φύλου -- την νέα επιστημολογία της σεξουαλικότητας -- πέραν από νομικές κατηγορίες.

Συνοψίζοντας λοιπόν: Η καταδίκη ενός ''ύφους'' προσώπου συμμετέχει στην σεξουαλική καταπίεση.

Το φύλο σου δεν είναι μια σεξουαλική αλλά μια αισθητική πράξη.

Το σύνθημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης σήμερα είναι:
Ελευθερία στην αυτο-έκφραση! Κάτω οι ντροπές.
 

21.3.13

Δικαίωμα στο Ναρκισσισμό και την Αισχρολογία




Ποδόσφαιρο, Χρυσή Αυγή και το Σύγχρονο Νόημα της Ανωμαλίας.

Μια απάντηση στις παρερμηνείες.  






Πριν λίγες μέρες δημοσίευσα στη Lifo ένα άρθρο σχετικά με τη δήλωση της ορίτζιναλ για τον Κατίδη. Υποστήριξα λοιπόν, ότι στην προσπάθεια της να κράξει τον ποδοσφαιριστή, η Ορίτζιναλ αναπαρήγαγε ένα συντηρητικό λεξιλόγιο για την εικόνα του φύλου. Επικεντρώθηκα στη φράση με την οποία δήλωναν ότι το ποτήρι ξεχείλωσε.  Έλεγαν λοιπόν ότι“συγχώρησαν” “την φράντζα και τα  τατουάζ” του Κατίδη αλλά δε μπορούσαν να ανεχθούν και το νεο-ναζισμό του. Υποστήριξα ότι σε αυτήν την διατύπωση,  η εκκεντρική εμφάνιση του σώματος παρουσιάζεται ως ένα ηθικό παράπτωμα, μια εκτροπή από το πρότυπο του σωστού αθλητικού/ανδρικού ιδεώδους και μάλλον μια ήπια αντανάκλαση – αν όχι προμήνυμα-- της νεο-ναζιστικής χυδαιότητας.

Θεώρησα λοιπόν ότι στην προσπάθεια να χτυπηθεί ο φασισμός (ή ο καριερισμός ή η εγωμανία ή η βλακεία του Κατίδη), η ανακοίνωση αναπαρήγαγε ένα φασιστικό λεξιλόγιο. Σαν να προσπαθεί κάποιος να καταγγείλει το πρότυπο της γυναίκας στο νεο-ναζισμό, αποκαλώντας τις Χρυσαυγίτισσες ξανθιές ή χαζογκόμενες. Στο τελευταίο παράδειγμα ένας συγκεκριμένος τρόπος να είσαι γυναίκα μεταμορφώνεται σε βρισιά. Με ανάλογο τρόπο όταν στη δημόσια σφαίρα χρησιμοποιούμε με υβριστικό τρόπο λέξεις όπως ‘’τζιτζιφιόγκος,’’ “φλώρος’’ ή (όπως σε μια ατυχή τηλεοπτική στιγμή της Λιάνα Κανέλλη) ‘’πουσταριά’’, αναπαράγουμε μια συγκεκριμένη ιδεοληψία για το τι συνιστά σωστό φύλο. Στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες, το φύλο δεν νοείται ούτε ως μια βιολογική κατάσταση, ούτε ως ένας σεξουαλικός προσανατολισμός. Το αντιλαμβανόμαστε ως ένα είδος παράστασης -- μια θεατρική δράση – ένα διαρκές παιχνίδι αυτο-παρουσίασης. Με βάση αυτή τη λογική, το πρόβλημα με την αναφορά στο στιλ του Κατίδη δεν είναι ότι τον παρουσιάζει ως 'ομοφυλόφιλο', αλλά αντίθετα, ότι διευρύνει το ρεπερτόριο της σεξουαλικής παθολογίας πέραν της ομοφυλοφιλίας. Ένα συγκεκριμένο ύφος αυτο-παρουσίασης εξισώνεται με μια παρεκτροπή από τη ηθική νόρμα. Ένας τρόπος να είσαι -- δηλαδή να φαίνεσαι – άνδρας δαιμονοποείται, γίνεται παθολογικός, καταγέλαστος ή αλλιώς, ανώμαλος.

Μπορεί για τους ανθρώπους του ποδοσφαιρικού χώρου, αυτή η συγκεκριμένη αναφορά να παραπέμπει στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του Κατίδη. Να καταγγέλλει δηλαδή το προφίλ του εγωμανή, καριερίστα ποδοσφαιριστή, όπως αυτό εκφράζεται στα συνθήματα του τατουάζ. Ένα προφίλ που είναι ξένο με την πολιτισμική και προοδευτική παράδοση της ΑΕΚ. Όμως και σε αυτήν την περίπτωση δεν αλλάζει κάτι: η πρόθεση του συντάκτη της ανακοίνωσης δεν έχει καμιά απολύτως σημασία. Δεν μας απασχολεί τι θέλει να πει  η Ορίτζιναλ αλλά πώς το λέει. Η δημόσια σφαίρα δεν είναι υποχρεωμένη να είναι εξοικειωμένη με τα κουτσομπολιά και τους εσωτερικούς κώδικες της ΑΕΚ. Στα μάτια του μη ποδοσφαιρόφιλου κοινού τατουάζ και φράτζα εξισώνονται με με ηθική έκπτωση. Η εικόνα αυτή συνδέεται με μια ναρκισσιστική εκτροπή, της οποίας το απώτατο στάδιο είναι ένας νεο-ναζιστικός χαιρετισμός. Μην ξεχνάμε ότι το στιγμιότυπο του χαιρετισμού ενσαρκώνει μια πράξη πανηγυρισμού, αποθέωσης και αυτο-προβολής. Κάτι σαν την υπόκλιση του σταρ μπροστά στο κοινό του. Υπό αυτούς τους όρους νεο-ναζισμός, ναρκισσισμός και φράτζα αλληλοπλέχθηκαν καταφανώς και αξεδιάλυτα. Ο νεο-ναζισμός παρουσιάστηκε ως ένα ιδίωμα ναρκισσισμού και ο ναρκισσισμός ως ένα ιδίωμα αρρενωπότητας 

Γι όλους αυτούς τους λόγους, το τελευταίο επεισόδιο μοιάζει να λέει κάτι πολύ σημαντικό για τη σχέση σεξουαλικότητας και πολιτικής σήμερα. Το σεξουαλικό γίνεται πολιτικό – όχι μέσω του σεξ – αλλά μέσω μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας αυτοπροβολής. Η σεξουαλική πολιτική της Χρυσής Αυγής  επενδύει στο “σταριλίκι’’  – στην αυτο-αποθεωτική πόζα – στην ικανότητα να μετομορφώνεσαι σε σούπερ ήρωα, πορνοστάρ και εθνικό ηγέτη. Να χτίζεις δηλαδή ένα μύθο μέσα από μια έκρηξη θεατρικότητας. Για να κάνω ακόμη πιο σαφές αυτό το σημείο αναφέρθηκα σε ένα παλιότερο άρθρο – συνέντευξη – με ένα ομοφυλόφιλο Χρυσαυγίτη. Η μαρτυρία του έδειχνε με πολύ γραφικό τρόπο ότι η Χρυσή Αυγή έχει βιωθεί ως ένα θελκτικός χώρος σεξουαλικής αυτο-έκφρασης, ακριβώς λόγω της θεαματικότητας της. Η σαδιστική βία βιώνεται σαν μια ατελείωτη αναπαράσταση της ομοφυλόφιλης μυθολογίας. Αντί να κάνεις σεξ με ένα άνδρα που υποδύεται το σαδιστή, βρίσκεις ένα πραγματικό τέρας στο χώρο της πολιτικής (σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που από κάποιο σημείο και μετά απειλούσε ότι θα μαχαιρώσει το συνομιλητή του). 
Και εκεί ακριβώς έγκειται το νόημα της δικής μου –πολιτικής – ή αν θέλετε “αισθητικής’’ παρέμβασης. Για να αποδυναμώσουμε τη Χρυσή Αυγή πρέπει να απο-ενοχοποιήσουμε το ναρκισσισμό, τη θεατρικότητα και το καρναβάλι της καθημερινότητας – να αντιστρέψουμε δηλαδή τους όρους του παιχνιδιού. Όταν μάθουμε να είμαστε ακομπλεξάριστα 'ναζιστές' στον σεξουαλικό πολιτισμό της φαντασίας και του στιλ, θα μπορέσουμε να εκμηδενίσουμε το ναζισμό και την κτηνωδία στον πολιτισμό της πολιτικής. Όταν όμως γίνεται το αντίστροφο – όταν δηλαδή το λεξιλόγιο της κερκίδας μπαίνει στο κοινοβούλιο -- και τα κτήνη της πολιτικής υποκαθιστούν τα κτήνη του σεξ – τότε δεν μπορούμε παρά να είμαστε ακάθεκτοι στην υπεράσπιση του πλουραλισμού.  Ο κίνδυνος του political correct έχει παρέλθει. Η έννοια αυτή δεν υφίσταται σε μια κοινωνία που φλερτάρει με το φασισμό. Το political correct αφορούσε άλλου τύπου ιστορικά περιβάλλοντα. Περιβάλλοντα όπου βασικές δημοκρατικές αξίες ήταν αυτονόητες. Σήμερα πρέπει να διεκδικούμε ισότιμα και φανατικά το δικαίωμα στο ναρκισσισμό, στα τατουάζ και στη φράντζα ακόμη και την ώρα που πεθαίνουμε της πείνας (ή μας σφάζουν στα πάρκα). Υπάρχει λόγος να το κάνουμε με ανεπανάληπτη εμμονή -- εξαντλώντας την παραμικρή ευκαιρία -- ακόμη και όταν συναντάμε μια ατυχή διατύπωση στην ανακοίνωση της Ορίτζιναλ. Χωρίς αυτές τις εμμονές – δηλαδή χωρίς το πρόσωπο μας -- δεν μπορούμε να υπερασπιστούμε κανένα τύπο συλλογικού ή δημοκρατικού αυτο-προσδιορισμού. 

Απενοχοποίησε τον αισχρολόγο 'οπαδό'  μέσα σου – φώναξε πούστη, καριόλα, γαμιόλη, χοντρέ -- στην κερκίδα, στο παιχνίδι και στο κρεβάτι. 

Αλλά κλώτσα τον έξω από την πολιτική.

18.3.13

υπεράσπιση

η κατάργηση της πατριαρχίας δεν εξαρτάται από τους άνδρες που γαμιούνται με άλλους άνδρες

αλλά από τους άνδρες που σαμποτάρουν την σημασία της λέξης άνδρας

να σε καλούν να βάλεις γκολ και συ να κοιτάς τον καθρέφτη σου

να σε καλούν να ποζάρεις σαν το τσε γκεβάρα και να ποζάρεις σαν τη κάντυ κάντυ.

ηρωική πουστιά δεν είναι το κυνήγι μια πούτσας.

αλλά το κυνήγι μιας πουστιάς στην απόλαυση της πούτσας.

17.3.13

φως

Θυμάμαι μια φίλη που μου μετέφερε τα παράπονα της Τζούλια Κρίστεβα για τους άντρες γύρω της
''Δεν είναι όπως τον θέλω, εγώ θέλω τον άντρα να είναι playboy'', έλεγε η φεμινίστρια σε ύφος Τατιάνας Στεφανίδου.

Μετά καταλαβαίνεις γιατί ο Τσόμσκι αποκαλούσε το πνευματικό κύκλο του Παρισιού βαρετό, επηρμένο και διεφθαρμένο. Ο Τσόμσκι βέβαια με τη σειρά του έχει ελάχιστη αίσθηση του χιούμορ και ακόμη πιο ελάχιστη αίσθηση των πολιτισμικών κωδίκων που απαρτίζουν το κόσμο γύρω του. (δες το βίντεο)

Θα ρθει μια μέρα που η οικονομική πτώχευση θα κάνει διαφανή τη ''καφρίλα'' των ελίτ. Γι αυτό καμιά φορά ακούω με επιφύλαξη την κριτική για το δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα. Ειδικά όταν η κριτική προέρχεται από ακαδημαϊκούς, εντός ή εκτός των συνόρων:

Οι ακαδημαϊκοί στην πλειοψηφία τους είναι άτομα με μειωμένη συναισθηματική νοημοσύνη -- βιτσιόζες λαϊκές τραγουδίστριες στο σώμα καχεκτικών εγώ. Oι όροι με τους οποίους μιλάνε για τον κόσμο θυμίζει ένα φεουδαρχικό σύστημα κύρους και εξουσίας, εκπεφρασμένο σε slang μεσημεριάτικης ζώνης.

Ας ελπίσουμε, ότι μια ωραία μέρα, μια που οι αισθαντικοί άνθρωποι θα ξεσηκωθούν και θα ανάψουν το φως στο δωμάτιο, τα έντομα που βουϊζουν στις εδρες του Kέμπριτζ και της Oξφόρδης, θα καούν ζωντανά, όπως τα μυγάκια στις καλοκαιρινές λάμπες.
 

Στο μεταξύ μπορούμε να πάψουμε να αποκαλούμε τριτοκοσμική την ελληνική ''κουλτούρα'';

12.3.13

spill blood on Callum Innes

The painting of austerity: from cinema to fear.




  I wrote this text butchered by  a cursed tin of tuna -- felt obssesed -- I wanted to spill blood on the canvasses of Callum Innes.
New reviews should like this -- perfomative attacks upon colour.


See how your body  as canvass.
below my review in Corridor 8 


Callum Innes and the Cinematic Metaphysics of Colour: A Phantasmatic Revolution in Disguise.
Innes is not just the name of an abstract painter. It is also the sound image of the Greek word “ ίνες”  which means  Fibers.  This playful — almost Derridean — identification of an ‘’artist’’ (Innes) with ‘’material’’ (fibers) underscores the key achievements of Callum Innes’ current exhibition in Whitworth, namely: a) the celebratory radicalization of materiality in contemporary art b) the magic return of painting (some would say ‘’the return from the dead’’) and finally c) Whithwowth’s inventive and subtle approach to one of its traditional pre-occupations: the mutli-layered materiality of visual art.
Let’ s unpack all these statements by returning to the issue at hand – the paintings.  The exhibition presents a series of monochromatic canvasses –a selection of older works mixed with a new series of water colours – all of which tend to masterfully dissolve and deconstruct colour; by exposing its material, visual and spatial components. The whole process of ‘un-painting’ is essentially based on the interaction between oil turpentine and painted surface. This act of erosion, manipulation, de-colouring seems to provoke a disruption in time – a movement backwards – a flashback that reflects on and unsettles the chronological structure, the rhythm of painting. Evoking an archaeology of colour, the artworks unearth hidden layers, deranged mixings and crooked roots of visuality. For the playful viewer –the one who keeps changing her/his positions – getting close and then away from the surface of the canvas – the paintings reveal interlacing micro-worlds: landscapes of fibers, skins of wood, blurred screens. Symmetrical geometric arrangement – blocks of colour in harmony – when seen under a closer inspection unfold microscopic landscapes of fluidity, blurriness and dizziness. Monochromatic surfaces – even colours as “foundational’’ as ‘white and black’ – deteriorate into battlefields of antithesis, chaos and instability. Fixity is undercut by micro-choreographies of impressions and counter-impressions. Beneath the “static’’ emerge maps of interfusions, ambiguities and enigmas.
In order to fully appreciate the symbolic power of this contrast at this particular historical moment, it is worth noting its cultural pedigrees within the wider visual culture of Britain – and by the term ‘visual’ we should not restrict ourselves to minimalist or abstract painting. Take for example British cinema and especially the films made during a previous version of “austerity period,” the late 1940s: their main visual power of films like It Always Rains on Sunday (Robert Hamer, 1947) or Waterloo Road (Sidney Gilliat, 1945) involved vivid contrasts between surface and interiority:  the dispassionate, reserved or  “dull’’ surface of English bodies and  “manners’’ was counterposed with passionate, transgressive and daydreaming interiorities – which were embodied in gestural, visual, emotional details of anxiety and disorder.

Setting this figurative and cinematic tradition of counterpositions against these series of abstract paintings, we can now begin to understand how Innes’ works exemplifies not only the celebratory return of painting but also its self-transformation into a contemporary cultural code. By producing canvasses that look like tensed screens, Innes’ painting appears as the continuation of moving image through other means. Cinema dissolves into canvas and canvas become a meta-cinematic signature of emotional masquerade. Here comes a visual world that reaffirms and disrupts cultural stereotypes of British mentality under crisis – the visual harmony of surface is haunted by a tense yet visible interiority, detectable  by the viewer who insists on changing her/his viewing position while paying attention to detail. Order and tranquillity smoothly sink with an impressionistic ordeal of transgression, disruption and fluidity – harmony is elegantly superimposed upon fear, insecurity and conflict. ” By being presented in Whitowrth Gallery an institution well known for its ability to mix the promotion of contemporary art with the symbolic capital of decoration- the exhibition rethinks and challenges traditional conceptions of ornamental art. The exhibition highlights the contemporary vigour of materiality. Materiality, surface and decoration are now seen to be ultra modern vocabularies of presentness, interiority and chaos.