13.2.13

dance with me


  

I feel like moving within a dance-floor of fractals -- it was a crazy night in the opening of this exhibition --its nice to get drunk and terrorize, (erotically terrorize) the destitute hipsters.

Corridor 8 publishes my writing about the exhibitionhttp://is.gd/guTJar -- it describes it as ''Review''. This is bad manners -- formality sucks -- I hate reviews -- this is not a review.

it is only a re-writing of an experience--

a paranoid connection with images-- the real dancefloor of fractals is out there -- beyond the gallery.


Maurice Carlin’s current exhibition First…Next…Then…Finally… at Castlefield Gallery celebrates the ‘corruption’, the collapse and the fusion of boundaries – the boundaries between the visual and the sculptural, the digital and the material, the random and the mystical. This rearrangement is achieved through tactical interventions on paper, city-scape and mundane material. By spreading colourful inks above sheets of street-based cards, Carlin’s work assembles a psychedelic map of surfaces – a tapestry of paintings that look like x-rays of groundness. Evoking the three-dimensional landscapes of digital worlds – the abstractness of these street-portraits is simultaneously a trace and a recreation of the physical space. Here comes a form of monument that re-produces the face of a street by dissolving its trace into colour – an ethereal signature of materiality. Converging thus the visual with the sculptural, Corrupted Images develop a  geography of unstable signs, a palimpsests of impressions. Based on the unfixed symbols of fixed spaces, this dizzy vocabulary transforms the texture of the streets into encrypted dance-floor of fractals. The virtual seems to be happily superimposed upon the material. The curatorial style of demonstration, in setting side by side the video-recorded process of production and the finished piece, highlights the playful combination of randomness and control, handiness and spontaneity, simplicity and miracle. Under these terms, the act of painting becomes an impressionistic and instantaneous inversion of routinized space, one that invites the spectator/walker to sink his/her feet within a psychogeography of colour.



Seen in this way, the surfaces of the city emerge as codified secrets – riddles waiting to be unpacked. The same logic runs through other series of works: Manipulated Images reconstruct the traces left by bodies on soap (whereas Primed Displays underline the visual games embedded in the skin of boxboards). In all these cases, surfaces carve out unexpected journeys – deranged entries into outer dimensions – their sculptural visuality unfolding endless waves of encryptions, disruptions and corruptions. The game of fluid signs and urbanity expands into video art, fanzine-installation and paper sculpture (Blue (sleep mode) with David Medalla, Lever Arch Constrcutions, The Self-Publisher).  Blue captures the sleep-walking flânerie of a man (Medalla) who projects colourful light towards his body and the body of the city. Just like in the Corrupted Images a game with colour (which now made out of light) unearths a new geography of meaning beneath the surface of the mundane. Lever Arch Constructions features blank paper arranged on walls in such a ways as to create a dynamic geometry – a wall of waves. The ethereal juxtapositions of these pages – hanging from the skeletons of dossiers with no covers – exposed, unprotected and blank — articulate a strong poetic statement. Opened towards the spectators as if they were frozen wings, they create a tension between motion and immobility, emptiness and fullness, musicality and concreteness. This paper-monument of blankness – engaging with pages as if they were encrypted records of flight, explosion and poeticality – stands side by side with a paper-construct of written pages: the Self-Publisher.  This is a series of lettristic fanzines made out of random photocopies. Vibrant collages of informational leftovers, these semiotic bombs recreate sense out of no-sense. The landscape of everyday materiality is reorganized as a polysemic window to hyperreality. Alongside all the exhibition material, they seem to shout: Corruption is an endless construction!

21.1.13

Η δολοπλοκία των Bijoux De Kant: η (H Lifo δημοσίευσε το παρακάτω κείμενο μου για την παράσταση των Bijoux de Cant http://www.lifo.gr/team/ekei/35480 )

 Η Μελαγχολία του Φύλου και το Πένθος του Παρόντος

Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος;  H παράσταση ''Είμαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσομπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία.

Μέσα από ένα συμπίλημα  ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας  φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την  καύλα του  για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού --  εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους.

Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό –  ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες –   μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση  ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη –  το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο  αντρικό βλέμμα.  Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν  το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο –  αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’   επέκταση  του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία.

Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου.   Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζτογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή,  το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του.  Βυθισμένο μέσα σε μια  υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται.

Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την  επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας  που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το  φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους.
 
















Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος; H παράσταση ''Είσαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσοπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία. Μέσα από ένα συμπίλημα ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την καύλα του για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού -- εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους. Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό – ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες – μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη – το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο αντρικό βλέμμα. Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο – αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’ επέκταση του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία. Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου. Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή, το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του. Βυθισμένο μέσα σε μια υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται. Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους. Πηγή: www.lifo.gr
δολοπλοκία των Bijoux De Kant: η Μελαγχολία του Φύλου και το Πένθος του Παρόντος. Μην ακούς τους υστερικούς - η ερωτογραφία είναι το νέο λεξιλόγιο της απόγνωσης / Ο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος στην παράσταση των Bijoux De Cant ΣΧΟΛΙΑ (0) 9 φωτο: Π. Μιχαήλ φωτο: Π. Μιχαήλ Πώς γίνεται να περπατάς πάνω σε ένα κείμενο σαν να κάνεις πιάτσα πάνω στη μνήμη σου; Πώς γίνεται να σαμποτάρεις ένα θεατρικό κείμενο μέσα από μια τηλεοπτική μνήμη; Πώς γίνεται να μιλάς για τον ιστορικό όλεθρο του παρόντος μέσα από τον ερωτικό όλεθρο του παρελθόντος; H παράσταση ''Είσαι Σκοπός και Γύρω σου Χορεύουν Τσοπανόσκυλα'' ξεδιπλώνει μια ατελείωτη πιρουέτα αντιθέσεων γύρω από αυτά τα ερωτήματα– ένα διαρκές πινγκ-πονγκ συγκρούσεων ανάμεσα στο θέατρο και τη λογοτεχνία, το παλιό και το καινούριο, τον ερωτισμό και την ιστορία. Μέσα από ένα συμπίλημα ημερολογίων, στίχων και μονολόγων, η φωνή του Γιώργου Ιωάννου, φωταγωγεί ένα παλιό σχήμα για την ερωτική παραβατικότητα. Παραπέμποντας στη φροϋδική Μελαγχολία του Φύλου, ο ομοφυλόφιλος ήρωας φαίνεται να διαχειρίζεται το πένθος για τη μητρική αγάπη μεταμορφώνοντας τον εαυτό του σε αυτό που έχασε. Φέρνει δηλαδή τη μαμά του μέσα του – γίνεται ο ίδιος η μαμά του -- μέσα από τη λατρεία του για το αρσενικό. Αυτή η δυναμική τροφοδοτεί την καύλα του για μια σειρά από μυθικές αντρικές φιγούρες: το λαϊκό αγόρι, το τσόλι, τον κωλομπαρά -- το χαμένο αδερφό – το χαμένο γιο – το χαμένο πρότυπο ανδρικότητας. Πρόκειται φυσικά για μια ρετρό αντίληψη για το ερωτικό πάθος, η οποία βυθίζεται μέσα με μια συγκεκριμένη ιστορική γεωγραφία: η Ομόνοια, η οδός Αθηνάς, τα πορνοσινεμά, τα πάρκα, η Συγγρού -- εκεί δηλαδή που σύμφωνα με την μοντέρνα παράδοση του ψωνιστηριού – αγόρια γαμάνε άλλα αγόρια που ντύνονται σαν τη μαμά τους. Η διπολική σχέση ανάμεσα στη μαμά και το γιο -- το θηλυκό και το αρσενικό – ο άνδρας που θέλει να γαμηθεί από άνδρες που γαμάνε γυναίκες – μετουσιώνεται εικονογραφικά σε μια μελαγχολική σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και το καινούριο. Η αρχική τοποθέτηση των ερμηνευτών παραπέμπει αμέσως στην φροϋδική σχηματοποίηση – ο άντρας ντυμένος γυναίκα (Τζώρτζογλου), το λαϊκό αγόρι και ανάμεσα τους το θηλυκό στοιχείο – μια κότα που λέγεται Καίτη – το κατοικίδιο του Ιωάννου. Η γυναικεία φιγούρα – σαν μια μετωνυμία για τα γκέι πούπουλα – μεσολαβεί ανάμεσα στα ανδρικά σώματα όπως ένα κοστούμι θηλυκής αμφίεσης – η φαντασιακή μεταμόρφωση του ομοφυλόφιλου απέναντι στο αντρικό βλέμμα. Αυτό το σχήμα – εκτρέπεται, μεταμορφώνεται και αλλάζει. Σιγά σιγά τα σώματα των ηθοποιών μεταφέρουν το κείμενο του Ιωάννου μέσα στον χρόνο – αποκαλύπτουν τη φθαρτότητα της σημασίας του αντρικού -- και κατ’ επέκταση του ομο-ερωτικού -- μέσα στην ιστορία. Η μεταβλητότητα του ερωτικού προτύπου – η απομάγευση του μυθικού κωλομπαρά -- σωματοποείται με εφιαλτική δύναμη μέσα από το φθαρμένο είδωλο του Στράτου Τζώρζτογλου. Το σώμα του λειτουργεί πάνω στην σκηνή σαν μια οθόνη που προβάλλει τις πολιτισμικές μεταμφιέσεις της αντρικότητας. Ο Τζώρζογλου χαμογελά όπως ένας τηλε-αστέρας, επιδεικνύει τους μυς του, καπνίζει σα μάγκας – γίνεται μια παρωδία του εαυτού του – ένα σύμβολο σε παράκρουση. Παραπέμποντας αυτο-αναφορικά στα είδωλα που ενσάρκωσε -- τον δανδή, το ζεν πρεμιέ, τον ποδοσφαριστή – μετουσιώνεται σε ένα μελαγχολικό ημερολόγιο τεστοστερόνης – δηλαδή σε ένα σώμα-σκηνή που ξεδιπλώνει τη ανισόρροπη θεατρικότητα του αντρικού μέσα στο χρόνο. Ο μυθικός εραστής μετατρέπεται σε τηλεοπτικό αστέρα, πρίγκιπα του μικροαστικού θεάματος, μετροσέξουαλ μποντιμπίλντερ – το λαϊκό αγόρι αποκτά επίγνωση του καθρέφτη του, της εύθραστης ομορφιάς του και της παρακμής του – εν τέλει του θανάτου του. Βυθισμένο μέσα σε μια υπόκρουση από λαϊκά τραγούδια, παραληρηματικές σιωπές και παγωμένες στάσεις – η ερωτική επιστημολογία του Γιώργου Ιωάννου ξεχαρβαλώνεται. Κάθε φορά που παίζεται ένα λαϊκό τραγούδι νομίζεις ότι τα αλαβάστρινα σώματα των ηθοποιών θα γίνουν συντρίμμια στο πάτωμα ενός ελληνάδικου μπαρ στο Γκάζι, θα λιώσουν στον ατμό μιας σάουνας, θα καταπατηθούν από την ασφυξία της φτώχιας – και τις ορέξεις του ενός αλαφιασμένου όχλου. Όπως ακριβώς εφηβικές αναμνήσεις του Ιωάννου κατεδαφίζονται μέσα στο πανικόβλητο τοπίο της Θεσσαλονίκη του 1943 – έτσι και η παράσταση αναμετριέται με την ερωτικότητα, τη μνήμη και τον πόνο σα να ‘ναι οι σπαζοκεφαλιές ενός ιστορικού δράματος. Κάτω από την επιτακτότητα του παρόντος – στην καρδιά μιας βαρβαρότητας που μετατρέπει τους πάντες σε πρωταγωνιστές της ιστορίας – η σεξουαλικότητα μετατρέπεται σε ένα κείμενο από παρελθόν. Να ένας παλιός γρίφος της υποκειμενικότητας! Το φύλο του παρόντος – μοιάζει να υπονοεί αυτή η δραματουργική τεχνική-- (ή αλλιώς το συλλογικό μας φύλο σήμερα) θα ανακαλυφθεί ξανά βαθιά μέσα στο εσωτερικό ενός νέου φόβου, μιας νέας απαγόρευσης ή ενός νέου πένθους. Πηγή: www.lifo.gr

14.1.13

ο Γιώργος Χειμωνάς και το κραγιόν της Μαλβίνας Κάραλη

Το θυμάμαι ακόμη – μιαν αναγνωστική παράνοια – έβλεπα τη Μαρία Μήτσορα να διαθλάται σαν φάντασμα πάνω στο λαϊκό-punk ιδίωμα της Μαλβίνας Κάραλη. ''Άραγε'', έλεγα, ''το μαύρο φωσφοριζέ κραγιόν μιας τηλεπερσόνας ήταν βουτηγμένο στο μελάνι μιας Σκόρπιας Ζωής;'' 'Ολα αυτά βέβαια τα θυμάμαι σαν μια γεωμετρική αναλογία – όχι σαν γνώση – αλλά σαν ένα άναρχο μεθύσι αντιθέσεων και πόζας.

Γενικώς καμιά φορά βαριέμαι την ποιητική γλώσσα, το λογοτεχνικό ύφος, τη μυθολογία των 1980ς – κι ας είμαι εθισμένος μέσα στην 'ιερότητα' τους -- για παράδειγμα όταν βλέπω το Γιώργο Χειμωνά να διαβάζει ποίηση στην κρατική τηλεόραση... σκάω στα γέλια – και αμέσως μετά μου ρχεται να ερμηνεύσω το ύφος του κρυπτικά: η πρόβα ενός τραβεστί – λίγο πριν ντυθεί για την οθόνη του δρόμου – ο βερμπαλισμός και η κακομοιριά του στόμφου αποτελούν το μακιγιάζ του αυτο-εξευτελισμού –
και κάπως έτσι παρηγορούμαι και εκστασιάζομαι...

Καμιά φορά σκέφτομαι ότι μέσα στην παράξενη πύκνωση του αθηναϊκού χώρου – μέσα σε εκείνες τις μικρές αποστάσεις από το πεζοδρόμιο στην οθόνη – από το κέντρο στο περιθώριο – από τη βίλα στην πολυκατοικία -- κάτω από τη συστηματική παραγωγή χάους -- διαπράχθηκαν εξωφρενικές συζεύξεις.
Μια μυθολογία σκιών ανακατεύτηκε δια(σ)τροφικά με τις glitter αποχρώσεις του μικροαστικού mainstream.
Και κάπως έτσι αρθρώθηκε ένα μαγικός μικρο-αστισμός....

                                                             

12.1.13

ΝGO on acid: Καταληψίες Εμμονών στο Λονδίνο

Tις προάλλες πήγα για φαγητό με την P. μια Ιταλίδα 27 χρονών που έχει γίνει η πιο κολλητή μου φίλη στο Λονδίνο. Μασουλώντας τα κουνουπίδια από το Planet Organic, μου εξομολογήθηκε ότι έχει πάρει πια τις αποφάσεις και δεν τη νοιάζει τίποτα, ούτε το credit crunch, ούτε η αγγλική κατάθλιψη. Αποφάσισε να αφήσει τη δουλειά της και να γυρίσει το κόσμο με το αγόρι της. Μετά θα γυρίσει για να κάνει ενα διδακτορικό στη φιλοσοφία του χορού. Τη δεχτήκαν στο πανεπιστήμιο του Durham.

Καθώς μιλάει την κοιτάζω λίγο υπνωτισμένος. Δεν είναι η μεσημεριάτικη ραστώνη, δεν είναι που φυσάει ανοιξιάτικο αεράκι. Είναι που βλέπω πως έχει χωνευτεί στα μάτια της η εμπειρία της επιλογής, της θυσίας και του ρίσκου: η πολιτική της ύπαρξης δηλαδή. Η P.ξέρει πολύ καλά πως είναι να ζεις χωρίς φράγκα στο Λονδίνο. Πριν δυο χρόνια έτρεχε από κατάληψη σε κατάληψη, ξημεροβραδιαζόταν σε ταράτσες, έκλεβε φαγητό από το Planet Organic, μάζευε τα λαχανικά που έμεναν από τη λαϊκή αγορά στην Covent Garden, βουτούσε βιβλία από το Waterstones και ποτήρια από τις pub. Μια φορά φόρα κόντεψαν να τη συλλάβουν για παράνομη χρήση βεγγαλικών, μια άλλη κάτι γουρούνια μπράβοι μπήκαν στο σπίτι που είχαν καταλάβει και γλίτωσε το ξύλο παρατρίχα (όπως περίπου γίνεται στην αρχική σκηνή του ‘Ωραίο μου πλυντήριο’)
Μετά έζησε για μήνες σε ένα μικρό κατειλημμένο σπίτι στο Elephant and Castle, χωρίς ζεστό νερό και ηλεκτρικό όπου αρρώσταινε κάθε εβδομάδα με αποτέλεσμα να αρχίσει να εξαϋλώνεται. Τσακωθήκαμε. Την έχασα. Έφυγε. Τα ξαναβρήκαμε. Και μετά εκείνη βρήκε μια διοκητική δουλειά στο Πανεπιστημίο του Λονδίνου, με καλά λεφτά.. που μετά από ενάμισι χρόνο και αφού της ανακοίνωσαν τη μονιμοποίηση της, ...αποφασίζει να αφήσει. Είναι σαν να αφήνεις δουλειά δημόσιου υπαλλήλου: αν το δήλωνε αυτό στη θεία μου θα την έσερνε με χειροπέδες στο ψυχίατρο, τον παπά και τον εξορκιστή (με αυτή τη σειρά). Βγάζω τη θεία μου από το τοπίο και επιστρέφω στην P. και μια φίλη της, η J. που μπήκε ξαφνικά στο Planet Organic και την αγκαλιάζει γεμάτη ενθουσιαμό και τρυφερότητα. Συστηνόμαστε και καθώς προχωράμε προς το πάρκο θυμάμαι που την ξέρω: πριν μερικά χρόνια ζούσε στη μεγάλη κατάληψη της Russel Square. Το θυμάμαι καλά, μια νύχτα που όλα τα παιδιά έιχαν πάρει Acid και θέλαν να περπατήσουμε από το κέντρο μέχρι το Brixton, ήταν η μόνη που (παρά το συντονισμό της με τη γενική ατμόσφαιρα πτήσης) προειδοποιούσε για το αδύνατον του εγχειρήματος. Τελικά δεν κάναμε ούτε τη μισή διαδρομή. Περάσαμε τη Waterloo bridge και αράξαμε στο ποτάμι.

Θυμάμαι ότι τότε είχα μια βαθειά δυσπιστία για όλα αυτά.. σκεφτόμουν ότι όπως η P. (που οι γονείς της είναι εύποροι) έτσι και πολλά από κείνα τα παιδιά παίζαν εκ του ασφαλούς..όπως τόσοι και τόσοι εύποροι χίπις στην Αθήνα.. φελλοί του περιθωριακού lifestyle, ρετρό βρικόλακες της παρακμής, με σπίτι στο Κολωνάκι και το Μαρούσι...και φίλους στον ημερήσιο τύπο, στα σαλόνια και στις καταλήψεις. Βλέποντας όμως τη J. αλλάζω άποψη: η J. όπως και μερικά άλλα παιδιά εκείνης της παρέας, άφησε τη χημική θαλπωρή του Λονδίνου και πήγε να δουλέψει σε ένα relief organization στην Παλαιστίνη. Έχει ήδη φάει μια σφαίρα στο πόδι εν ώρα υπηρεσίας και τώρα δουλεύει στα ασθενοφόρα γιατί πολλοί από τους paramedics σκοτώθηκαν. Μας λέει ότι στην Παλαιστίνη είχαν φοβερές απώλειες σε ιατρικό προσωπικό και οι Ισραηλινοί εξακολουθούν να παρακωλύουν την εισροή ιατρικής βοήθειας. Λέει ότι προτιμά να δουλεύει στο ασθενοφόρο παρά να γράφει δελτία τύπου.
Η ηρεμία και η γλυκύτητα στους τρόπους της με ηρεμούν. Μας συστήνει σε δυο φίλους της που είναι ντυμένοι πολύχρωμα: τρικολόρε λεπτόλιγνες υπάρξεις που από μακριά μοιάζουν σα διαφημιστικές λεζάντες μανάβικου, σαν σάπιοι απόγονοι της Φρουτοπίας. Καθώς απομακρυνόμαστε από την παρέα, οι ζαλισμένες μέρες των καταλήψεων υποχωρούν και επιστρέφουν πάλι μέσα από τα σχόλια της P. Μου λέει ‘Αγαπάω τη J. είναι ένας αληθινός άνθρωπος ..όχι όμως και οι φίλοι της..τους είδες.. σε ρωτάν τι κάνεις .. χωρίς πραγματικά να εννοούν την ερώτηση τους.. δεν είναι ουσιαστικά φιλικοί, είναι ψεύτικα όντα των.. αγγλικών καταλήψεων’.. Θέλω να της πω ότι και των ελληνικών έτσι είναι..δεν είναι εθνικό το θέμα..
Καθώς πέφτει ο απογευματινός ήλιος πάνω μου σκέφτομαι μια παλιά συνέντευξη του Αλέξανδρου Μπίστικα στο 01..την είχα διαβάσει στα 15 μου.. έλεγε ότι νοσταλγούσε τις μέρες των καταλήψεων στην Αγγλία, όταν έκανε μπάνιο σε σπίτια με παραβιασμένες κλειδαριές .. ‘Οταν τα έλεγε αυτά νοσηλεύονταν από aids στον Ευαγγελισμό. Ξαφνικά φοβάμαι ότι η J. θα πεθάνει όπως πέθανε ο Μπίστικας...και ότι ο θάνατος είναι εξίσου τραγικός αν είσαι φτωχός ή πλούσιος, αν πας από σφαίρα ή από από μια συνουσία. ‘Ομως σκέφτομαι επίσης ότι o Μπίστικας είχε προνομιακή ανατροφή και αρκετή προβολή από τα media.., ενώ πολλοί άλλοι ταλαντούχοι άνθρωποι πέθαναν στην αφάνεια... αν η J. πεθάνει δεν θα έχει πολλές πιθανότητες να γίνει γνωστή... Περισσότερες πιθανότητες δόξας θα έχει ισως κάποιο αντιπαθητικό μέλος της παρέας της, κάποιο καλοθρεμμένο παιδί, απόφοιτο της Rada, που θα υποδύονταν τη J. σε μια ταινία που θα τιμούσε τη μνήμη της...
Σκέφτομαι ότι η πολιτική εισχωρεί έτσι απρόβλεπτα στην ονειροπόληση της νεότητας.. Κάποια στιγμή ξυπνάς και δεν βλέπεις ήρωες και περιπέτειες, μόνο πλούσιους και φτωχούς, ψωνάρες και fashion victims, προνομιούχους και μη προνομιούχους…οι πρωταγωνιστές της bohemia είναι παρα-προϊόντα της άρχουσας τάξης: ευϋπόληπτα παράσιτα. ‘Οταν ξανα-παραδοθείς στον ύπνο όμως, ξαναβρίσκεσαι στην κατάληψη της Russel Square, o Μπίστικας είναι παιδί της ηλικίας σου, παίρνετε acid μαζί και σώζετε τον κόσμο..και δεν σε πειράζει καθόλου που στα 30 σου, όταν μετά βίας ξέρεις να δένεις τα κορδόνια σου, βλέπεις τα άλλα παιδιά της γης κάνουν το γύρο του κόσμου...

14.12.12

Κόκκινα Λεωφορεία


Το 29 κάνει πάνω από μια ώρα να φτάσει από τη Trafalgar Square στο Woodgreen. Έχει όμως πολύ συχνά δρομολόγια και δε χρειάζεται να χτυπήσεις εισιτήριο στην είσοδο. Ο μόνος κίνδυνος είναι οι ελεγκτές (που ευτυχώς εμφανίζονται πολύ σπάνια). Είναι το αγαπημένο λεωφορείο των τζαμπατζήδων. Συνήθως στο πίσω μέρος τα πρεζάκια ξαπλώνουν και κοιμούνται ενώ οι υπόλοιποι επιβάτες συνωστίζονται μπροστά. Κρατούν τη μύτη τους και ανοίγουν το παράθυρο για να εισπνεύσουν παγωμένο αέρα μες στο καταχείμωνο.
Απόψε το περιμένω μούσκεμα από τη βροχή. Μπαίνω και αντικρίζω ένα όχημα χωρισμένο στα δύο. Στο μπροστινό μέρος ένα τσίρκο: εμπριμέ φορεματάκια πάνω σε ισχνά σώματα φοιτητριών, αναψοκοκκινισμένα χαμόγελα, αμήχανες γριούλες. Φωνές που πασαλείβονται μεταξύ τους: Πολωνοί, Τούρκοι, Κινέζοι και Έλληνες. Όλοι κολλημένοι μπροστά. Ένα ξεκούρδιστο μουσικό κουτί πάνω σε ρόδες.
Και στο πίσω μέρος ησυχία. Τα άδεια καθίσματα έχουν κάτι από την αυθάδεια των κενών κενών σελίδων ενός κακοτυπωμένου βιβλίου. Και όπως πάντα, μια και μόνη σελίδα –απόψε το τσαλακωμένο σώμα ενός τυπάκου – κάθεται σαν κερασάκι πάνω κενό. Δεν πρέπει να είναι πάνω από είκοσι. Η επιδερμίδα του είναι κόκκινη και μουδιασμένη. Σα να ξηλώθηκε με μανία από ένα άλμπουμ ανθογραφίας. Σε κάθε στροφή, τα τζάμια του λεωφορείου γυρνάνε γύρω μας σαν ακορντεόν από γυαλί. Είμαστε όλοι φυτά. Φυτά που ματώνουν. Στο κεφάλι έχει τεράστιο καρούμπαλο γαρνιρισμένο με πηχτές πινελιές αίματος. Πίνω λίγο σοκολατούχο γάλα, κοιτάζω το ρολόι και κάνω πως σκέφτομαι το μέλλον. Σε λιγάκι η μυρωδιά της εξαθλίωσης με τραβάει απαλά από τη μύτη και πιέζει το κεφάλι μου προς το διαλυμένο σώμα. Παραδίδομαι. Και αλλάζω. Αρχίζω να γίνομαι όπως μεσήλικες Αμερικάνες συλλέκτριες έργων τέχνης. Αυτές που έρχονται καμιά φορά στο Fire και τα σπάνε. Χαμογελούν σαν τον Τζόκερ, φορούν μακιγιάζ σε χρώματα ώχρας και ντύνονται όπως τα εξώφυλλα της Vogue. Δεν θα βγάλω ένα ταγέρ από τη τσάντα μου για να το φορέσω επί τόπου (όπως είχα δει να κάνει ένα αγόρι μια φορά στο μετρό), αλλά πιάνω το εαυτό μου να ξεναγεί ένα αόρατο κοινό στο λεωφορείο σαν να είναι γκαλερί:
‘Ladies and gentlemen, welcome to a site-specific re-enactment of the Marvel universe: αυτό το κινητό installation, εικονίζει το τέλος της μάχης. Μια ορδή από σούπερ ήρωες παρακολουθεί τη γέννηση ενός νέου άστρου. Κυοφορείται στο μέτωπο ενός πολεμιστή: η κάκωση στο κεφάλι του είναι η σχισμή εισόδου της νέας ζωής. Οι καγχασμοί είναι οι πόνοι της γέννας. Το σώμα του είναι μια μουσική γεννήτρια: από μέσα του θα βγει ένα μηχανικό χελιδόνι.
Mattison Road station, η στάση μου, καθώς κατευθύνομαι προς την πόρτα, κοιτάζω ξανά το παιδί με την πληγή και εισπνέω ένα ανακάτεμα πρόσκαιρης θαλπωρής και κλειστοφοβικής δυσωδίας: νομίζω ότι κάπως έτσι αναπνέουν τα πληγωμένα ζώα μετά το κυνήγι. Τώρα κατάλαβα γιατί τα λεωφορεία στο Λονδίνο είναι κόκκινα. Θέλουν να μας πουν ότι το αίμα του ενός είναι το φαντασιακό αξιοθέατο του άλλου: η φαντασμαγορία της πληγής σου είναι η πρέζα της φαντασίας μου.
 Έχω πάρει ακατάπαυστες δόσεις από αυτό το ναρκωτικό και αρχίζω σιγά σιγά να καταρρέω και γω. Νομίζω ότι τα λεωφορεία είναι το κόκκινο πύον της πόλης. Πετάγονται σαν κόκκινα άνθη στις διακλαδώσεις των οδών της. Σαν ζαλισμένα αιμοσφαίρια πλημμυρίζουν τις φλέβες και εισχωρούν στο κεφάλι της. Η πόλη αυτοκτονεί γλυκά μέσα στο αίμα της.

12.12.12

Ημέρα Περηφάνιας της Ανεργοφιλίας



1.12.12

παπάκια


   



Τοποθετούσαν χειροτεχνίες από παπάκια περιμετρικά πάνω στο βινύλιο. Η περιστροφή του δίσκου δημιουργούσε ένα τρισδιάστατο animation. Η μετάβαση του ματιού από το ένα παπάκι στο άλλο έχτιζε το μοντάζ μιας χειρονομίας. Το τραγούδι έλεγε ‘τα παπάκια στη σειρά’ και πάνω στο δίσκο χάρτινα παπάκια στη σειρά έπλεκαν μια ενιαία κίνηση σε διαδοχή. Πολλά παπάκια στη σειρά = ένα παπάκι που χορεύει. Ένα κινούμενο σχέδιο που πηδούσε έξω από την οθόνη, περπατούσε σε ένα μαύρο κύκλο και στο τέλος έσκαγε από ευτυχία – (Δηλαδή γίνονταν κομματάκια στα χέρια σου. Από αγάπη). 

                                                       
Έτσι πολλά χρόνια πριν τη συναισθησία του timeline, η μουσική ήταν ένα διαταραγμένο κολλάζ. Έλεγες: το σώμα μας είναι από χαρτί. Είμαστε μια σαΐτα. Ζούμε μέσα σε ένα video-clip. Μια μέρα θα μας θάψουν μέσα στην αγκαλιά του πικάπ. 
Οι στίχοι καθόριζαν μια σειρά από προμελετημένος κινήσεις.  Όπως κάθε ζωηρό μανιφέστο αθωότητας έτσι και αυτοί – ήταν σίγουρο – ήταν προορισμένοι για πορνογραφικές λαθραναγνώσεις. “Να από πού παίρνουν ιδέες αυτοί που ανακατεύουν τους ποπούς τους στην τηλεόραση’’
“Να κάνουμε ένα μιουζικαλ με νίτζα’’ έλεγα (Ένα παιδοφιλικό θρίλερ εννοούσα) “Εσύ στο ρόλο του κακού. Να τους δείξουμε: Τα παπάκια δεν είναι χορτοφάγα’’
''Nαιιιιιιι  Να δαγκώσουμε κάποιον ’’ έλεγες. “Θα βουτήξω από το μπαλκόνι πάνω σε ένα περαστικό, σε ένα κούκλο, σε ένα μανάρι. Σαν ιπτάμενο παπάκι. Όπως η Κάντι Κάντι στον 'Αντονι.''
Και έτσι μια μέρα έπεσες. Μπουφ. Έσκασες στο έδαφος σαν πούπουλο από βινύλιο.
Και από τότε κόλλησε η βελόνα. Κάθε φορά που θέλω και γω κάτι.
Πέφτω.
Ο κόσμος γυρίζει σαν δίσκος.
Εγώ γίνομαι εσύ. Σε μια ατελείωτη περιστροφή.
Δεν ξεκολλήσαμε ποτέ από τη ζεστή αγκαλιά του πικάπ.