22.11.12

Ανωμαλία στα Χρόνια της Λιτότητας


(Weegee, Man arrested for cross-dressing, New York, ca. 1939)

Πριν δυο μήνες οι αντιδράσεις στη τηλεοπτική λογοκρισία ενός gay φιλιού άγγιξαν τα όρια του μπανάλ. Συμβαίνει συχνά: Ένα μαζικό trend θέτει σε συναγερμό την αστυνομία του καλού γούστου. Και ως γνωστόν, η δημοκρατικότητα — όπως και η πολιτική γενικότερα —  είναι μια υπόθεση γούστου,  ή αλλιώς, βίτσιου. Μέσα σε αυτήν την πίστα, τα ‘κοινωνικά δικαιώματα’ αντιμετωπίζονται περιπαικτικά ως μια στιλιστική εκκεντρικότητα, ένα είδος τσαχπίνικης διανοητικής μόδας. Ζητήματα σεξουαλικότητας,  ταυτότητας και δημοκρατικότητας σχολιάζονται ειρωνικά σα μια πασαρέλα πολιτικού προοδευτισμού. Να μια φαντεζί ιδέα που χτενίζεται μακριά… από τα ουσιαστικά ‘προβλήματα’ μιας κοινωνίας υπό κατάρρευση.
Το δικαίωμα των σεξουαλικών μειονοτήτων στην ορατότητα — ή αν θέλετε στη θεαματικότητα — έκανε τη βόλτα του μέσα σε μια δημόσια αρένα βαθύτατα τραυματισμένη από φρενήρεις ιδεολογικές πολώσεις—  πολώσεις που περιστρέφονταν συχνά ακριβώς γύρω από το ‘πολιτισμικό’ background της εθνικής τραγωδίας. Κοινός παρονομαστής αυτών των ρητορικών συγκρούσεων είναι η εξίσωση της πολιτικής με μια αόρατη μάχη συμφερόντων. Τα ‘συμφέροντα’ και οι δολοπλοκίες της αστικής τάξης [σύμφωνα με τη μία ερμηνεία] και τα ‘μικρο-συμφέροντα’ του μικροαστισμού, [σύμφωνα με την αντίπαλη] συνιστούν τους ηθικούς αυτουργούς της παρακμής.
Ακριβώς επειδή οι ‘gay’ αποτελούν μια φασματική ομάδα, δηλαδή μια ομάδα πολύ πιο απροσδιόριστη, ασύνταχτη και κατακερματισμένη από την αστική ή τη μικροαστική τάξη, οι φιγούρες τους παρέμεναν εξόριστες από αυτό το ιδεολογικό πόλεμο. Η παραβατική σεξουαλικότητα δεν μπορούσε να νοηθεί ως ‘διακύβευμα’, ‘συμφέρον’ ή ‘δικαίωμα’: δεν εξέφραζε κάποια συμπαγή συλλογικότητα. Αδυνατούσε να συνδεθεί με ένα σαφές πολιτικό υποκείμενο.
Από αυτήν την άποψη η λογοκρισία ενός τηλεοπτικού φιλιού επαναπροσδιόρισε το πολιτικό πρόσημο της ερωτικότητας. Ανώμαλος ή Queer δεν θεωρείται πια μόνο ο άντρας που κάνει σεξ με άντρες ή ένα τραβεστί που εκδίδεται στο δρόμο ή ένας κατατονικός οροθετικός. Ξαφνικά η ανώμαλία συνδέθηκε  ευρύτερα με τη τηλεθέαση και τις επιπλοκές της. Ανώμαλος τώρα μπορεί να είναι ένας άνεργος σαρανταπεντάρης τηλεθεατής που ζει σε μια σκοτεινή τρύπα στην πλατεία Κυψέλης, ένας ονειροπόλος μαθητής γυμνασίου που εξαρτάται οικονομικά από τους Χρυσαυγίτες γονείς του, ένας  μοναχικός κάτοικος της επαρχίας που μιλάει σα βικτοριανός ευγενής στις κότες του. ‘Για ποια άτομα κύριε ισχύει η ανωμαλία; ’ ‘Για όλους όσους  ένα τηλεοπτικό φιλί μπορεί να είναι το μοναδικό ευτυχισμένο φιλί της ημέρας’  Το φασματικό φιλί αντανακλά κάτι από τη φασματικότητα της (άπορης) ζωής τους.
Η φτώχεια αλλάζει τη σεξουαλικότητα όλων μας ακριβώς επειδή συνταράζει την κοινωνικότητα, γρονθοκοπεί τη φαντασία και συντρίβει την καθημερινότητα. Η κρίση τονίζει — ακόμη και σε όσους σιχαίνονται τη ψυχιατρική – ότι η σεξουαλικότητα είναι ένα κατεξοχήν ονειρικό βίωμα, μια κατάσταση του μυαλού, μια κλωτσιά της μνήμης στα γεννητικά όργανα και τανάμπαλιν. Υπό αυτήν την έννοια, η φτώχεια μεταμορφώνει τους πάντες σε σεξουαλικές μειονότητες. Μεταστρέφει για πάντα το νόημα της λέξης ‘ανωμαλία’. Τώρα πια η λέξη υπονοεί κάτι πολύ περισσότερο από ομο-ερωτισμό. Γιορτάζει μια εναλλακτική εκδοχή ενηλικίωσης. Επιτάσσει διαφορετικές τεχνικές (ονειρικής) επιβίωσης.
Ανωμαλία (Queerness) σήμερα είναι η πεισματάρικη ανάπτυξη συναισθημάτων, επιθυμιών και διαφορετικοτήτων μέσα σε ένα ευάλωτο, εύθραυστο και ασταθές καθεστώς ζωής.  Είναι η ικανότητα να είσαι δημιουργικός παρότι αντι-παραγωγικός, σεξουαλικός χωρίς σεξ, σταρ χωρίς κοινό, εύπορος χωρίς λεφτά, ποιητής χωρίς δάφνες. Πάνω απ’ όλα, είναι μια μια στάση ζωής που αγκαλιάζει όλα εκείνα τα ετερο-σεξουαλικά ή ομοφυλοφιλικά άτομα που επιμένουν να συναντούν παράξενους ανθρώπους, παράξενες ιδέες και παράξενα μέρη καθώς σκοτώνονται… για να επιβιώσουν.

[κειμενο: Αλεξανδρος Π. Εικόνες: Πάνος Μιχαήλ]

20.11.12

Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ στην Εποχή της Ταχύτητας



Όταν ήμουν μαθητής γυμνασίου, κάθε Τρίτη βράδυ παρακολουθούσαμε με τον παππού μου– σε κλίμα κατάνυξης — τις εκπομπές του Πλεύρη στο Tele City. Η ελληνική μυθολογία έσκαγε μας μπροστά μας σαν την ανατομία ενός εγκλήματος – μια ιστορία μέσα στην ιστορία — ο μυθικός χρόνος αναποδογυρίζονταν σαν ένα ασανσέρ στο κενό: η Αρχαία Ελλάδα ήταν μια φουτουριστική ουτοπία και τα ομηρικά έπη το hand-book ενός τεχνολογικού θαύματος.

Η  θεά Αθηνά – σύμφωνα με τον  τηλε-ναζί — πετούσε ψηλά στον ουρανό φορώντας μια πτητική συσκευή-μανδύα, οι πόρτες άνοιγαν  αυτόματα στο παλάτι του Οδυσσέα και τα αγγεία αποτελούσαν συσκευές ήχου – επίτηδες φτιαγμένες έτσι για να απομαγνητοφωνηθούν από τους μελετητές του μέλλοντος.  Οι Έλληνες ήταν γενικά μια υπερφυσική φυλή από άλλο γαλαξία. Στην τηλεοπτική οθόνη άστραφτε ένα εθνικισμός πέρα από το διάστημα — σε μόνιμο ανταγωνισμό με τους κομμουνιστές– αλλά κυρίως τους Εβραίους (που προσπαθούσαν να μας πείσουν  ότι ελληνικό αλφάβητο το πήραμε από τους Φοίνικες – χα ας γελάσω!).

Και μετά, μια μέρα πέθανε ο Χατζιδάκις.

Και τότε, η τηλεοπτική αφήγηση του Πλεύρη ανακατεύτηκε με μια άλλη υπερφυσική εξ-ιστορήση  του παρελθόντος. Μέσα από τα ραδιόφωνα η μουσική του Χατζηδάκι μπηκε στο σπίτι μας σα συνειρμικός σίφουνας. Αντί για ιστορία, με έσκασε τώρα μια μνήμη, ένα μνημόσυνο μέσα σε μνημόσυνο. Πολλά, πολλά χρόνια πριν το γυμνάσιο, πολύ καιρό πριν το δημοτικό, μια μέρα που η Αρλέτα τραγουδούσε στο κασετόφωνο του αυτοκινήτου ‘ήσουν παιδί σαν το Χριστό’– η μαμά πήγε να κάνει παρέα με το Χριστό, σπρωγμένη από ένα τρένο που πετάχτηκε από το πουθενά και μας χτύπησε στη διάβαση . Το κασετόφωνο έγινε σμπαράλια, όμως η κασέτα σώθηκε– και έγινε κειμήλιο.


Τη μέρα που ο Χατζιδάκις πήγε να κάνει παρέα με τη μαμά μου, η μουσική του πλημμύρισε ξανά το σπίτι μας– πέρασε μεσα από διαφημιστικά σποτ για μασαζο-καλσόν– και ενώθηκε με το τηλεοπτικό science-fiction του Tele city. Έτσι έπαψε να πια να είναι συνηθισμένο ενθύμιο.  Μπροστά μου τώρα είχα μια ακουστική συσκευή νοήματος– κάτι αντίστοιχο με τα ‘αρχαία αγγεία-μαγνητόφωνα’ — ένα μυστικό ηχητικό αρχείο, ένα κρυπτογραφημένο σημειωματάριο για τη ζωή και τη προσωπικότητα της μαμάς μου.

Ήταν ολοφάνερη η τακτική της: είχε αφήσει τον εαυτό της βαθιά κρυμμένο μέσα σε αυτά τα τραγούδια, όπως ένας νευρομάντης στο μάτριξ. ‘Ήταν επείγον λοιπόν να τα αποκρυπτογραφήσω– για να μπορέσω να της συνομιλήσω. Η μαμά μου ζούσε μέσα στη μουσική του Χατζιδάκι, όπως ένα άβαταρ που άφησε για πάντα το σώμα του προκειμένου να ζήσει μέσα σε ένα ψηφιακό τοπίο.

‘Έτσι ξεκίνησε ένα ατελείωτο κυνήγι χαμένου ήχου και μνήμης. Έψαξα παντού για στοιχεία: μέσα σε περιοδικά και συνεντεύξεις — το τεύχος της Οδός Πανός — το ‘Καθρέφτη και το Μαχαίρι’ – σε εκπομπές, αφιερώματα και άρθρα. Καθώς έψαχνα για απαντήσεις– για χαμένα αποτυπώματα – για  μια συνομιλία φιλική [άραγε κάπνιζε και άκουγε μουσική; σφουγγάριζε και καθάριζε πατάτες;] συνέθεσα αποσπασματικές πληροφορίες– συνέδεσα τους κρίκους μιας συνομωσιολογικής μηχανορραφίας. Και έτσι πέρασα από τον υπερ-διαστημικό εθνικισμό του Πλεύρη στον υπε-κοσμικό σύμπαν του Χατζιδάκι.  Αυτό με προσγείωσε σε μια άλλη ανάγνωση της μουσικής και της ιστορίας – κυρίως σε μια άλλη χορογραφία του μυστικιστικού, του αλλοπρόσαλλου και του συγκινησιακού…



Έμαθα ας πούμε ότι το εγχείρημα του Χατζιδάκι δεν ήταν η κατασκευή μιας μουσικής – αλλά ενός ενός βιώματος.  Οι μινόρε ιδιωματικές παρεκκλίσεις–η προσαρμογή του Μπαχ στο Μελόδραμα– δεν ήταν ακριβώς ένα επίτευγμα ήχου αλλά γλώσσας— ο Χατζιδάκις φιλοτέχνησε τη συγκινησιακή προπαιδεία, την ηχητική αλφάβητο, το εκστατικό χάρακα μιας εποχής, μιας συλλογικής συνείδησης. και κυρίως μιας επανένωσης: του χαμηλού με το υψηλό, του παλιού με το νέο, του χαζοχαρούμενου με το δραματικό, του ελληνικού με το κοσμοπολίτικο, του κινηματογραφικού με το ποιητικό.

Έτσι εγκαινιάστηκε μια επιστημονική φαντασία για το μετεμφυλιακό ‘έθνος‘ μέσα από μια σειρά από ηχοχρώματα. Το τραγούδι λειτούργησε σα το παραμιλητό ενός μέντιουμ συνδέοντας τους νεκρούς και του ζωντανούς μιας αχαλίνωτης οικογένειας. Δεν ήταν ακριβώς ένα μουσικό–αισθητικό επίτευγμα, ήταν περισσότερο ένα εργαλείο αυτο-κατανόησης– μια μεταφυσική του παρόντος από νότες. Αθροίζοντας την πολυ-παρουσία του, την περσόνα του και τη συναισθητική του παρέμβαση– στο ραδιόφωνο, τον κινηματογράφο και τα περιοδικά– ο Χατζηδάκης προ-οικονόμησε τη σύγχρονη διάχυση του αισθητικού, δηλαδή, την αντίληψη της τέχνης  ως τρόπου ζωής– ως ονειρικού ξεσαλώματος.

Μουσική δεν είναι η ικανότητα να διαβάζεις νότες αλλά  η ικανότητα να ξεφυλλίζεις την προσωπικότητα σαν ένα εικονογραφημένο βιβλίο – να μετατρέπεις το σώμα σου σε ένα ιστότοπο, σε έναν σύνθημα στον τοίχο, σε μια αχνο-γραφία στο τζάμι του λεωφορείου.  Κάτι σαν την θραυσματική αυτο-έκφραση του facebook, το εικαστικό ψωνιστήρι του ιντερνετ, την avant-garde μικροαστία των insta-grams .. μια τεθλασμένη βιβλιοθήκη εμπειριών και αναμνήσεων..



Υπό αυτούς τους όρους, ο Χατζιδάκις αποτέλεσε ένα ορόσημο στη γέννηση αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε λυρικό, ηδονοθηρικό, σουρεαλιστικό μικροαστισμό.  Αν κάποια μέρα καταφέρουμε μελετήσουμε αυτό το επίτευγμα–όχι ως κειμήλιο—αλλά ως γλώσσα, τότε θα μπορέσουμε να επίσης συνομιλήσουμε με τη πεθαμένη μητέρα μας και να συμφιλιωθούμε με το έγκλημα – με το έγκλημα ενός κακοσχεδιασμένου επαρχιακού δρόμου, το έγκλημα της δημόσιας εκπαίδευσης, το έγκλημα της φασιστικής τηλεόρασης, της γειτονιάς, της τάξης μας—κυρίως το έγκλημα της ιστορίας.
Και ταυτόχρονα θα καταφέρουμε να συνομιλήσουμε με το θαύμα αυτού του παζλ, την έγχρωμη ιδιοσυστασία του, τη  μοντερνικότητα του…
Κάτι αντίστοιχο μου είπε η η μάνα μου την τελευταία φορά που συνομιλήσαμε– συναντηθήκαμε πρόσφατα μέσα σε ένα κινηματογραφικό στιγμιότυπο– η Αλίκη Βουγιουκλάκη τραγουδούσε  το ‘Καροτσέρη, Καροτσέρη άσε το Καμουστίκι από το χέρι’– πάνω σε ένα κάρο κάπου στην Κων/πολη. Μου είπε λοιπόν, σταμάτα να αυτο-μαστιγώνεσαι — σταμάτα να πιέζεις καταστάσεις – άσε την ιστορία να κυλήσει σα μουσική.
Κάνε στην εποχή σου αυτό που έκανε ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ με τις αισθήσεις του: να μετατρέπεις κάθε σου βασανιστήριο σε προθάλαμο ανατρεπτικού νοήματος...Δε βλέπεις τι έκανε ο Χατζιδάκις.. έζησε ανάμεσα σε συντηρητικούς, δογματικούς και αρχομανείς ανθρώπους – σαν αυτούς δηλαδή που τώρα υπερασπίζονται το έργο του και μιλάνε εξ ονόματος του…αλλά εκείνος δε χαμπάριαζε τίποτα—έπαιζε διαρκώς με τα πάντα.

Μπορούν να σου πάρουν το καμουτσίκι – τον τίτλο της εξουσίας– το έπαθλο, το παράσημο, το τιμόνι αλλά τη μουσική– τη μουσική δε μπορούν να σου τη πάρουν ποτέ.

Αυτή θα ζει για πάντα μέσα σου,
όπως και η μαμά σου.

[κειμενο Αλέξανδρος Παπαδόπουλος, Εικονογράφηση: Πάνος Μιχαήλ]

3.9.12

notes on a monument of battered eroticism



since my youth went by without without a full love story, [only bits and wedges: I would describe them as pornographic snapshots of eroticism], I now want to tie all these separate experiences -- short erotic moments -- and put them together at the same place.
My goal now is to build a story of full happiness,
a story with a beginning, a middle and an end.

The faces of different partners (partners of infinite possibilities) will be merged into one. In this way, I will be able to tell a big, solemn, valedictory thanks to all of them, without spending money in texts, phone calls and greeting cards:

times are tough now and wishes cost a lot...





σημειώσεις για ένα μνημείο στραπατσαρισμένης ερωτικότητας

επειδή η νεότητα μου πέρασε χωρίς να ζήσω μια πλήρη ερωτική ιστορία, παρά μόνο αποσπάσματα, σφήνες, αυτό που λέμε 'τσόντες ερωτικότητας',
θα ήθελα να δέσω όλες αυτές τις ξεχωριστές στιγμές--τα σύντομα ερωτικά λεπτά-- και να τα βάλω όλα μαζί κάπου:
στόχος μου είναι να φτιάξω μια ιστορία πλήρους ευτυχίας
με αρχή, μέση και τέλος.

 Τα πρόσωπα διαφορετικών εραστών (δηλαδή των εραστών μιας άπειρης πιθανοτήτας)
θα συγχωνευθούν όλα σε ένα.
Kαι έτσι θα μπορέσω να πω ένα μεγάλω, κατανυκτικό,
αποχαιρετηστήριο ευχαριστώ σε όλους,
(χωρίς να καταξοδεύομαι σε μηνυματα, τηλεφωνηματα και ευχετήριες κάρτες:
Οι καιροί είναι κάπως δύσκολοι σήμερα και οι ευχές κοστίζουν ακριβά...)

 





8.8.12

black as the lover of blank

The more remote is the likelihood to have a short summer-break in Greece, the more it feels like an abortion. Last year I came back with blue cubicle inside me. This year it will look like Malevich 's painting: black square on a black background

as opposed to Malevich, Iakovos Ouranos takes black out of black by plunging white within white.


in this way an autopsy of black becomes an x-ray of blankness....

Black is the colour that absorbs huge doses of sunlight: the lover of ligh is the king of darkness. The symbol of anarchy. Total denial of all contracts, including the biological ones. As the parish priest told us once: black frock does not symbolizes mourning. It symbolizes the refusal of mourning, the denial of death.

I refuse to accept the facts, principles and laws of nature. 

oXyGEN: psychoanalysis for deranged party-animals

MAGIC Depression is a state of mind in which absolute pessismism magically transfoms itself into a hedonistic engagement with pain, suffering and defeat: 'loss' becomes 'win'. This psychological attitude points towards the roots of homo-eroticism: instead of competing with the other dominant males of their species, some males transcend their positioning within the 'gender wars' by making love to their main competitors, enemies and killers. In this way, they transform their utter fear -- the super-males of their tribe -- into machines of pleasure, playfulness and ecstasy.

 

the same applies to friendship
oxygen>iakovos ouranos [who made the drawing above] breaths ink: 
I cannot fight against an artist who breaths ink.
I can only adore him.

6.8.12

evolution and cruelty

 εξέλιξη των ειδών (ιι)

In the video below [at 44.26]  a group of whales attack ashore and grab a seal pup. They drive it into the sea and kick it like a ball on the air, for over half an hour, until it dies.
 I recently started thinking of morality as a mode of evolution. Emotional intelligence -- the ability to recognize a form of biological kinship with different species [which have eyes, mouth and nose]-- is an evolutionary phenomenon. The mythology of 'humanity' is a move forward, similar to the development of feathers or feet in living organisms of the sea (it is well known that all tetrapods derive from fish).
Whatever happens in our minds, in our imagination, in our emotional life feeds our biological evolution: nature changes as we change, because we are nature.

http://www.bbc.co.uk/i/74mn1/?t=42m09s


Organisms ground their survival on illusions: ridiculous desires expand the power of adaptation.
Mad expectations trasform the body: we grow wings to fly, mouth to kiss and eyes to attack.
 Huge changes burst on DNA: fish learn to crawl upon the land,
gods offer themsevles for crucifixion
species evolve: 
 I learned how to spend myself
without you





Τι εφιαλτικό weekend! Στο 44.26 μερικές φάλαινες επιτίθενται στην ακτή και αρπάζουν το κουταβάκι μιας φώκιας. Μετά το οδηγούν στη θάλλασσα και το κλωτσάνε σα μπάλα στον αέρα, για αρκετή ώρα μέχρι να πεθάνει. Τον τελευταίο καιρό σκέφτομαι την ηθική σα μέρος της εξελίξης των ειδών. Η συναισθηματική νοημοσύνη, η ικανότητα να αντιληφθείς τη βιολογική σου συγγένεια με άλλα όντα, [που εχουν μάτια, στόμα, και μύτη] είναι ένα εξελικτικό φαινόμενο. Η μυθολογία της 'ανθρωπιάς' είναι μια κίνηση προς τα μπρος, όπως ακριβώς και η ανάπτυξη φτερών ή ποδιών σε οργανισμούς που ζουν στη θάλασσα. Ο,τι συμβαίνει στο μυαλό μας, στη φαντασία μας, στην αισθηματική μας ζωή τροφοδοτεί τη βιολογική μας εξέλιξη: η φύση αλλάζει όπως αλλάζουμε εμείς, γιατί εμείς είμαστε η φύση.



Πάνω στις πλάτες της απάτης...πάνω σε ένα παραλογισμό, οι οργανισμοί καρφώνουν την επιβίωση τους. Πελώριες αλλαγές εκρήγνυνται στο DNA: τα ψάρια μαθαίνουν να σέρνονται πάνω στη στεριά, οι θεοί να σταυρώνονται, τα είδη να εξελίσσονται
και εσύ να ξοδεύεσαι.

3.8.12

stupidity

                                             
                                                          δε φοβάμαι τη βλακεία
                                                       Ι have no fear for stupidity

                                                                                         
                                 
                                                 lost in translation:
                            I 'll be your mirror reflect what you are