23.3.14

Το Νέο Πορνό για τους Άνεργους φτιάχνεται στο Χόλιγουντ, φοράει χλαμύδα και.. καυλώνει με τις μαύρες τρύπες της Δημοκρατίας.





 Αν ακολουθούσαμε το παράδειγμα εκείνου του τρελάρα του Φλωμπέρ και φτιάχναμε   μια εγκυκλοπαίδεια ‘’κοινοτοπίας’’ για την εποχή του φόβου – ένα λεξιλόγιο μπαρούφας, μπαναλιτέ και χαζότητας του χρόνου της κρίσης  --  τότε  σε μια από τις πιο ξεχωριστές θέσεις θα έπρεπε να βάλουμε ατάκες σαν την ακόλουθη:  ‘’εδώ ο κόσμος καίγεται και εσύ ασχολείσαι με το facebook, τους δικέφαλους και τον κινηματογράφο – ξύπνα χανόμαστε.’’

                                               



Να ένα υπέροχο παράδειγμα  κατατονικού συναγερμού  που καταφέρνει να χωρέσει μέσα του ένα μάτσο από  κοινοτοπίες: το facebook, οι καύλες και τα σινεμά καταστρέφουν ζωές  (όπως παλιότερα τα τσιγάρα, τα ποτά και οι γυναίκες ) και το κυριότερο – ο  χώρος του ‘’θεάματος’’  είναι ένας χώρος ‘’ύπνωσης’’ – ένας μέρος όπου κοιμάσαι όταν ο κόσμος δίπλα σου διαλύεται. Πρόκειται για μια εκμοντερνισμένη εκδοχή του παλιού γνωστού ρητού: ''εδώ  ο κόσμος χάνεται και το μουνί χτενίζεται’’. Αφήνοντας κατά μέρος το φεμινιστικό βάρος της λέξης ‘’μουνί’’ – θα ήθελα να καταπιαστώ με τις συνειρμικές αντιφάσεις του ρήματος ‘’χτενίζομαι’’.  Μια από τις πιο διάσημες ιστορικές εικόνες χτενίσματος πριν την καταστροφή σχετίζεται με τους 300 του Λεωνίδα (και γενικά οι Σπαρτιάτες πολεμιστές)  που, όπως μαρτυρείται από τον Ηρόδοτο, χτένιζαν και καλλώπιζαν τα μαλλιά τους πριν τη μάχη. Επίσης γυμνάζονταν  και τόνωναν τους μύες τους. Ήθελαν να πηγαίνουν σινιέ στο ραντεβού τους με το θάνατο. Μέσα σε αυτήν την ανεκδοτολογική ιστορική εικόνα το πεδίο της μάχης γίνεται μια πασαρέλα . Καθώς το σώμα του πολεμιστή μετατρέπεται  σε θέαμα – η πράξη του χτενίσματος καταργεί τα όρια ανάμεσα  στη σαχλαμάρα και τον ηρωισμό,  τον μιλιταρισμό και το modelling και κυρίως  τη ΄΄ζωή'' και την  ΄΄αναπαράσταση''. Ο στρατιώτης υιοθετεί οικειοθελώς ένα ρόλο – ''παίζει'' τη ζωή του – ακόμη και την ώρα που πεθαίνει.  Η πράξη του ΄΄ήθους'' εδώ – δηλαδή η ηθοποιία -- είναι μια performance μέσα στο πεδίο της μάχης.  Η πόζα του πολεμιστή ανακατεύεται με την ηθική του αυτο-εικόνα: ο θανάτος στο πεδίο της μάχης οργανώνεται σαν μοντάζ. Ο στρατιώτης δεν χτενίζεται προφανώς για.. να γοητεύσει τον εχθρό (αν και τίποτα δεν αποκλείεται)  αλλά κυρίως για να παραστεί όμορφος στην οθόνη του μυαλού του.  Από αυτή την άποψη, οι αρχαίες μάχες ήταν ένας είδος προ-κινηματογραφικής εμπειρίας.  Αν ο κινηματογράφος είναι η συνέχιση της αυτο-αποθέωσης με άλλα μέσα, τότε η γενεαλογία του ''σταρ''  χάνεται βαθιά μέσα στον αρχαίο χρόνο.


                                                  



Η ιδέα λοιπόν που θέλει την ματαιοδοξία να είναι μια ασχολία ασύμβατη με την καταστροφή είναι βαθιά ανιστόρητη -- και κυρίως – κοινότοπη: οι άνθρωποι εξακολουθούν να ασχολούνται με την τέχνη της αυτο-παρουσίασης ακόμη και όταν απορροφούνται σαν μεζές μέσα στο στομάχι του χάους.  Με αφορμή λοιπόν τις γενικότερες μπαρούφες,  κακές κριτικές και αφόρητες σαχλαμάρες που ακούστηκαν γύρω από την προβολή της ταινία 300:  Τhe Rise of the Εmpire – θα ήθελα να επιτεθώ σε μια σειρά από μονολιθικές  αντιλήψεις γύρω από την σχέση του θεάματος με τον φόβο. Η κύρια κοινοτοπία λοιπόν που θα ήθελα να καταρρίψω εδώ είναι – ‘’το θέαμα αποσπά την προσοχή από τις συμφορές της ιστορικής ζωής’’

                                               



Ποια είναι η κατάφωρη αποσιώπηση εδώ; Ότι όταν η ζωή σου είναι σε διαρκή κρίση – αλλάζει ριζικά και ο  τρόπος  που αντιλαμβάνεσαι  το θέαμα:  η περιπέτεια, ο τρόμος και ο πανικός δεν είναι πια υλικά φαντασίας  (δηλαδή αξιοπερίεργες και εξωτικές καταστάσεις ).  Αποτελούν το πλέον τετριμμένο και οικείο λεξιλόγιο του ''ρεπορτάζ'',  του ''ντοκιμαντέρ'' και κυρίως του κουτσομπολιού.  Με το ένα μάτι βλέπεις στο you tube έναν αρχαίο πολεμιστή να προσγειώνεται πάνω σε ένα περσικό πλοίο – και με το άλλο παρακολουθείς την γειτόνισσα να αυτοκτονεί, πέφτοντας απελπισμένη από το μπαλκόνι της – τσουπ! To ‘έκτακτο’ είναι πια ένα τακτικό φαινόμενο της καθημερινότητας.  Ζούμε τη μπαναλιτέ της φρίκης :  το γκροτέσκο είναι το mise-en-scene της γειτονιάς σου--  μια εικαστική κοινοτοπία  του ‘’πραγματικού’’. Αυτό  που κάποτε ακούγονταν σαν μια αρλούμπα των διανοούμενων – μετατρέπεται τώρα σε ένα είδος μαζικής εμπειρίας και συνείδησης: εντός ή εκτός οθόνης,  η ζωή είναι μια αναπαράσταση.  Όταν εξηγώ στο σπιτονοικοκύρη γιατί δεν έχω πληρώσει το νοίκι -- αναπαριστώ τον εαυτό μου -- παράγω  μια ‘’ηθική’’ (και μαχητική) αυτο-εικόνα. Όταν γράφω ένα βιογραφικό, όταν απολογούμαι για τις αποτυχίες μου στο ταμείο ανεργίας ή όταν ζητιανεύω λεφτά -- εξιστορώ, καλλωπίζω ή δραματοποιώ την πανοπλία της προσωπικότητας μου.  Με παίζω, με αφηγούμαι και με οπτικοποιώ αδιάκοπα. Και το ίδιο κάνω όταν αναπολώ τα χρόνια που ξοδεύτηκαν άσκοπα – ή το μέλλον που (δεν) με περιμένει .  Καταγράφουμε και προβάλλουμε αδιάκοπα την αγωνιώδη ιστορία του εαυτού μέσα στο χρόνο– και  μετά την ποστάρουμε στο facebook σαν μια φωτο-κειμενική σεκάνς – σαν ένα σινεμά υποκειμενικότητας. Απέναντι σε αυτές τις αφηγήσεις (τρόμου), το κινηματογραφικό σασπένς της μεγάλης οθόνης λοιπόν δεν λειτουργεί απαραίτητα πια σαν μια ''απόδραση’’ -- αλλά  σαν ένα εικαστικό συνεχές ή σημειωτικό αμπαλάζ. Η μεγάλη οθόνη (ή τα πίξελ του υπολογιστή) αποτελούν σελίδες μιας πολυπολικής πλοκής. Η εμπειρία του σινεμά είναι πιο έντονα από ποτέ ένα συναισθητικό φαινόμενο:  τις ταινίες δεν τις ‘’βλέπουμε’’  – τις βιώνουμε με όλες μας τις αισθήσεις -- όπως ακριβώς και τα όνειρα, τις ειδήσεις των εννιά και την αυτοκτονία του γείτονα.  



                                                                   



Αυτό το νευρικό πινγκ-πονγκ ανάμεσα στην ιστορική ζωή και το θέαμα –  εκφράζεται με απαράμιλλη ειρωνία και ένταση στις φράσεις που κυριαρχούν στο promotional trailer του 300 ΙΙ.  ''Η Αθήνα θα πέσει’’ ‘’ θα σφάξουμε όλους τους Έλληνες''  Οι ατάκες αυτές παραπέμπουν συνειρμικά σε μερικά από τα πλέον πολυφορεμένα ειδησεογραφικά κλισέ της τελευταίας πενταετίας. Την πτώση της Ελλάδας – και ίσως κατ' επέκταση της Ευρώπης -- κάτω από την  ''ιμπεριαλιστική'' επίθεση μιας  παντοδύναμης αδηφάγας δύναμης – που στο πολιτικό λεξιλόγιο συνήθως ονομάζουμε νεο-φιλελευθερισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, η χρυσό-δερμη φιγούρα του θεού-βασιλιά Ξέρξη – μοιάζει σαν μια επική παραλλαγή του Σκρουτζ Μακ Ντακ-- την  καρτουνίστικη καριτατούρα του καπιταλιστή που έκανε μπάνιο μέσα στο χρυσό του θησαυροφυλάκιο.  Λαμβάνοντας υπόψιν ότι η ταινία επαναλαμβάνει διαρκώς ότι η Αθήνα του Θεμιστοκλή είναι μια ''δημοκρατία' – όλος αφηγηματικός κορμός του σεναρίου μοιάζει να στηρίζεται σε ένα παραδοσιακό πολιτικό συμβολισμό:  ο παντοδύναμος  θεός(του χρήματος;) έρχεται σε σύγκρουση με ένα προοδευτικό πολιτικό ιδεώδες. Να ένα 'ηρωικό' πολιτικό σύστημα, που όμως έχει με τη σειρά του, τις δικές τις μαύρες τρύπες – οι περισσότερες από τις οποίες κρεμιούνται σαν γοτθικά accessories στο ψυχολογικό κοστούμι της κεντρικής αντι-ηρωίδας— της Αρτεμισίας. Η ίδια αποκαλεί σε κάποια φάση τους πολιτικούς προϊστάμενους του Θεμιστοκλή ''γραφειοκρατία'' – μια ειρωνικά αναχρονιστική λέξη – βγαλμένη μέσα από το μοντέρνο λεξιλόγιο κριτικής απέναντι στον κρατισμό, το σοσιαλισμό κλπ. Επιπλέον, η ίδια η κατασκευή του  χαρακτήρα της--ένα sublot που θυμίζει τις γυναικείες φιγούρες του Ταραντίνο -υπονομεύει εξαιρετικά ανάγλυφα το δίπολο καλού και κακού .  Η Αρτεμίσια  παρουσιάζεται σαν ένα θύμα που έγινε θύτης – επιβιώνει τον βιασμό, την σκλαβιά και την βία στα χέρια των Ελλήνων  και μετατρέπει τον εαυτό σε μια δαιμονική πολεμική μηχανή – ένα θηλυκό Κόναν – και ένα νέο-γοτθκό quuer symbol – κάτι σαν τη warrrior-queen εκδοχή της Μαντόνα. Αν η ταινία ήταν ντίσκο-μιούζικαλ,  θα μπορούσε να τραγουδάει ΄'μην κάθεσαι θεατής – σήκω και σφάξε με''.

                                                                    

Το ανακάτεμα όλων αυτών των στοιχείων  δεν παράγει απαραίτητα ένα μονοσήμαντο ιδεολογικό κλίμα. Το σημαντικό εδώ δεν είναι η τελική ''ερμηνεία μια ταινίας'' – αλλά ο τρόπος που μια ταινία παίζει με τους ερμηνευτικούς κώδικες του παρόντος.  Πρόκειται για ένα παραδοσιακό παιχνίδι του Χόλιγουντ με τις συνηχήσεις της επικαιρότητας. Η κινηματογραφική απόδραση από τον  ''παρόν'' μας επιστρέφει πιο βαθιά, πιο έντονα και μαγικά μέσα στο παρόν.  Ο θεατής αντιμετωπίζει τα ερωτήματα, τις συγκρούσεις και τα ήθη που χρωματίζουν τη ρουτίνα της  ψηφιακής του ζωής. H οθόνη δεν αντιπαραβάλλεται προς τον πραγματικό ιστορικό χρόνο – συμμετέχει σε αυτόν – και τον απογειώνει.  Το promotional trailer της ταινίας θα μπορούσαμε να το δούμε σαν μια έντεχνη τρολιά  που κλέβει το εξώφυλλο των financial times και το ντύνει με αρχαία κουστούμια.  Ο κινηματογράφος ανταγωνίζεται τα νέα μίντια . Το timeline σου είναι το νέο ρινγκ  παραισθήσεων (όπως ένα παζάρι, μια αγορά ή μια βιτρίνα)  

                                                                    



Μέσα αυτό το πλαίσιο η  ''έλλειψη  πλοκής'' της ταινίας είναι επιφανειακή – η πλοκή της ταινίας  πλούσια. Πλοκή εδώ είναι η σωματική, χορογραφική και ονειρική απεικόνιση της αγωνίας και της οργής που πλημμυρίζει τον κοινωνικό και φαντασιακό χώρο που περιβάλλει την οθόνη.   Είναι ένα ύφος εξιστόρησης που κλείνει το μάτι στον precarious θεατή.  Του δίνει περιθώριο να εξατομικεύσει με το δικό  του τρόπο το λεξιλόγιο του πάθους  ''Νιώθω οργή που είμαι άνεργος (ή υποταγμένος υπάλληλος) και θέλω να σφάξω το χρόνο – θέλω να πολεμήσω – να πηδήξω – να γαμήσω -- και να κατακτήσω τους κατακτητές μου''  Να ένα κάλεσμα ποπ ουτοπίας.  Η θεαματικότητα της λύσσας είναι αρκετά ευέλικτη -- χωράει όλες τις σύγχρονες ποικιλίες ιδεολογικής εκτόνωσης– τον πολιτικά ευαίσθητο, το φασίστα, το νταρκιό, το θαυμαστή των μπράτσων, τον απελπισμένο, το στρατόκαυλο, τον νοσταλγό της παιδικής ηλικίας και το μανιακό εραστή των ακραίων σπορ.  Όπως ακριβώς και στο Gravity, το εφφέ της κίνησης εδώ συνιστούν τη ραχοκοκαλιά του σασπένς. Ο κινηματογράφος βιώνεται ως χορός --  φτιάχνει μια εικαστική γλώσσα που μιλά για το αγριεμένο και καταπονημένο σώμα της Κρίσης. Η απόγνωση εκφράζεται με τον βωβό και εικαστικό λεξιλόγιο ενός μπαλέτου ή ενός ονείρου. Οι πιο δυνατές φράσεις  φτιάχνονται από τα σώματα παρά από τους διαλόγους. Τα σώματα πετάνε, βυθίζονται στο νερό, κινούνται σε αργή κίνηση  --- μιμούνται την κινησιολογία της ονειροπόλησης – και παράλληλα αποθεώνονται, ηδονίζονται και σφαγιάζονται – αναπαράγοντας τις απότομες εναλλαγές ενός εφιάλτη.  Ο όλεθρος της ιστορίας μετουσιώνεται σε ένα λούνα-παρκ ρίγους και ενστίκτου. Είναι μια πλοκή καθαρή και εύληπτη – αλλά ταυτόχρονα πολυ-αναφορική και ρευστή – ώστε να χωράει όσο το δυνατόν πολλές (και αντιφατικές)  ιδεολογικές εμπειρίες φρίκης και ηδονισμού.  Ο εφιάλτης του παρόντος  μετουσιώνεται σε μια μαζική  γιορτή της λίμπιντο. Το τέλος της ελπίδας χάνεται μέσα σε ένα καρναβάλι αποκτήνωσης και καύλας

ΥΓ ένα καρναβάλι που υποδύεται ότι μας χωράει όλους -- εκτός... από τα δυσμορφικά άτομα που μοιάζουν με τον Εφιάλτη -- να να μια κραυγαλέα ευγονική τερατωδία:  ο ηθικά μιαρός παρουσιάζεται ως σωματικά παραμορφωμένος.  Αυτή η ρατσιστική εικόνα συνδέει το ομο-ερωτικό γκλαμ της ταινίας με μια ισχυρή πινελιά νεοναζιστικής αισθητικής.  Αλλά για αυτό ας συζητήσουμε πιο αναλυτικά σε ένα επόμενο κείμενο. 

                                              


1 σχόλιο: